Выбрать главу

Κατέπνιξε με κόπο την απόγνωση που ανάβλυσε μέσα του, συνθλίβοντάς τη, μέχρις ότου απέμειναν μερικά τρεμάμενα νημάτιά της, τα οποία πυρπολήθηκαν από την οργή του. Σε μια σφύρα δεν υπάρχει χώρος για απελπισία. Ανεξάρτητα από το αν ήταν δέκα σέπτες ή ολόκληρο το Σάιντο, γεγονός ήταν ότι εξακολουθούσαν να κρατούν τη Φάιλε, κι ο Πέριν έπρεπε να βρει οπωσδήποτε τρόπο να την απελευθερώσει.

«Τι σημασία έχει πόσοι είναι;» ρώτησε επιτακτικά ο Άραμ. «Όταν οι Τρόλοκ ήρθαν στους Δύο Ποταμούς, ήταν χιλιάδες, δεκάδες χιλιάδες, κι όμως τους νικήσαμε. Αποκλείεται οι Σάιντο να ’ναι χειρότεροι από τους Τρόλοκ».

Ο Πέριν βλεφάρισε, ξαφνιασμένος που βρήκε τον άντρα ακριβώς πίσω του, μαζί με την Μπερελαίν, τον Γκαλίν και τις Άες Σεντάι. Πάνω στον πανικό του να προλάβει τον Ιλάυας, δεν είχε σκεφτεί τίποτε άλλο. Αμυδρά ορατοί μέσα από τα δέντρα, οι άντρες που είχε φέρει ο Αργκάντα, για να αντιμετωπίσουν τον Μασέμα, εξακολουθούσαν να παρατάσσονται σε συμπαγείς γραμμές, αλλά η σωματοφυλακή της Μπερελαίν σχημάτιζε έναν χαλαρό δακτύλιο, επικεντρωμένο στον Ιλάυας και με εξωτερικό προσανατολισμό. Οι Σοφές στέκονταν εκτός κύκλου, ακούγοντας την Ελιέντα με βλοσυρά πρόσωπα. Η γυναίκα μιλούσε με χαμηλόφωνα μουρμουρητά και μερικές φορές κουνούσε το κεφάλι της. Η άποψη της για τα πράγματα δεν ήταν καλύτερη από εκείνη του Ιλάυας. Πάνω στη βιασύνη του, ο Πέριν πρέπει να είχε χάσει το καλάθι ή να το είχε πετάξει, αφού τώρα κρεμόταν από τη σέλα της Μπερελαίν. Στο πρόσωπό της υπήρχε χαραγμένη μια έκφραση... συμπόνιας; Που να καιγόταν, παραήταν κουρασμένος για να σκεφτεί λογικά, κάτι που ήταν αναγκαίο περισσότερο από κάθε άλλη φορά. Το επόμενο λάθος του μπορεί να ήταν και το τελευταίο, για τη Φάιλε.

«Μάστορα, άκουσα», είπε σιγανά ο Ιλάυας, «πως οι Τρόλοκ φάνηκαν στους Δύο Ποταμούς και πως κατόρθωσες να τους πιάσεις στη μέγκενη. Μήπως έχεις στο μυαλό σου τίποτα ωραία σχέδια για να πιαστούν στη μέγκενη κι οι Σάιντο;» Ο Άραμ τον αγριοκοίταξε βαρύθυμα. Ο Ιλάυας τον γνώριζε πριν ακόμα πιάσει ξίφος στα χέρια του, και ο Άραμ δεν άρεσε διόλου να θυμάται εκείνες τις εποχές, παρά τα φανταχτερά του ρούχα.

«Άσχετα από το αν είναι δέκα σέπτες ή πενήντα», γρύλισε ο Αργκάντα, «θα υπάρχει κάποιος τρόπος να ελευθερωθεί η Βασίλισσα. Κι όλοι οι άλλοι, φυσικά». Το σκληροτράχηλο πρόσωπό του ήταν ρυτιδωμένο από την κατήφεια και την οργή. Ωστόσο, η οσμή του είχε κάτι το φρενιασμένο, σαν αλεπού που είναι έτοιμη να μασήσει το πόδι της προκειμένου να ελευθερωθεί από το δόκανο. «Θα... θα δεχτούν λύτρα;» Ο Γκεαλντανός κοίταξε τριγύρω, μέχρι που το βλέμμα του έπεσε στη Μαρλίν, η οποία ξεπρόβαλλε ανάμεσα τους Φτερωτούς Φρουρούς. Παρά το χιόνι, κατάφερνε να βαδίζει στητή και να μην παραπατάει διόλου. Οι υπόλοιπες Σοφές δεν φαίνονταν πουθενά ανάμεσα στα δέντρα, ούτε η Ελιέντα. «Θα δεχτούν λύτρα οι Σάιντο... Σοφή;» Ο Αργκάντα φάνηκε πως είχε σκεφθεί με λίγη καθυστέρηση τον τιμητικό τίτλο. Δεν πίστευε πια πως οι Αελίτισσες γνώριζαν κάτι σχετικά με την απαγωγή, αλλά, όποτε αναφερόταν στους Αελίτες, υπήρχε κάτι σαν μίασμα στη φωνή του.

«Δεν μπορώ να ξέρω». Η Μαρλίν δεν φάνηκε να δίνει σημασία στον τόνο της φωνής του. Με τα μπράτσα σταυρωμένα στο στήθος, είχε καρφωμένο το βλέμμα της πιότερο στον Πέριν παρά στον Αργκάντα. Ήταν από εκείνα τα βλέμματα με τα οποία μια γυναίκα σε ζυγίζει και σε μετράει, λες και πρόκειται να σου ράψει ρούχα ή να σου πει πότε είχαν πλυθεί για τελευταία φορά τα εσώρουχά σου. Το βλέμμα αυτό θα μπορούσε κάλλιστα να τον κάνει να αισθανθεί άβολα, τότε που είχε καιρό για τέτοια πράγματα. Όταν η γυναίκα ξαναμίλησε, δεν υπήρχε τίποτα στον τόνο της φωνής της που να υποδήλωνε κάποιου είδους συμβουλή, απλώς παρουσίαζε τα γεγονότα. Ίσως το έκανε επίτηδες. «Η πρόταση του υδρόβιου περί καταβολής λύτρων έρχεται σε σύγκρουση με τα έθιμά μας. Οι γκαϊ’σάιν μπορούν να δοθούν ως δώρο ή να ανταλλαχθούν με άλλους γκαϊ’σάιν, αλλά δεν είναι ζώα για πούλημα. Μάλλον, όμως, οι Σάιντο δεν ακολουθούν πλέον το τζι’ε’τόχ. Μετατρέπουν τους υδρόβιους σε γκαϊ’σάιν και παίρνουν όλα τα κέρδη αντί για το ένα πέμπτο. Θα μπορούσαν να ορίσουν εκείνοι την τιμή».

«Τα κοσμήματά μου είναι στη διάθεσή σου, Πέριν», παρενέβη η Μπερελαίν με σταθερή φωνή κι αυστηρή έκφραση. «Αν χρειαστεί, ο Γκρέηντυ κι ο Νιλντ μπορούν να φέρουν κι άλλα απ’ το Μαγιέν. Ακόμα και χρυσάφι».