Выбрать главу

Ο Γκαλίν καθάρισε τον λαιμό του. «Οι Αλταρανοί είναι συνηθισμένοι στο πλιάτσικο, Αρχόντισσά μου, τόσο οι γειτονικοί ευγενείς, όσο κι οι ληστοσυμμορίτες», είπε αργά, χτυπώντας απαλά τα χαλινάρια πάνω στις παλάμες του. Μολονότι απρόθυμος να αντικρούσει την Μπερελαίν, ήταν προφανές ότι αυτό ακριβώς επεδίωκε. «Ο νόμος δεν εφαρμόζεται τόσο μακριά από το Έμπου Νταρ, παρά μόνον ό,τι προστάζει ο τοπικός άρχοντας ή αρχόντισσα. Είτε πρόκειται για ευγενείς, είτε για κοινούς αστούς, το ’χουν συνήθειο να πληρώνουν κάποιον όταν δεν μπορούν να τα βάλουν μαζί του, κι είναι πολύ γρήγοροι στο να καταλαβαίνουν τη διαφορά. Είναι εντελώς παράλογο να μην προσπάθησε κανείς τους να εξαγοράσει την ασφάλειά του, ωστόσο δεν είδαμε παρά μόνο ερείπια στα μονοπάτια που πέρασαν οι Σάιντο, και δεν ακούσαμε να μιλούν για τίποτε άλλο εκτός από ανηλεείς λεηλασίες. Ίσως αποδεχτούν μια προσφορά για λύτρα, αλλά πόση εμπιστοσύνη να έχει κανείς ότι θα ανταποδώσουν; Κάνοντάς τους αυτή την προσφορά, χάνουμε το μοναδικό κι αληθινό μας πλεονέκτημα, το γεγονός, δηλαδή, ότι δεν έχουν ιδέα πως βρισκόμαστε εδώ». Η Ανούρα κούνησε ελαφρά το κεφάλι της, αδιόρατα σχεδόν, αλλά το μοναδικό μάτι του Γκαλίν έπιασε την κίνηση κι ο άντρας συνοφρυώθηκε. «Διαφωνείς, Ανούρα Σεντάι;» ρώτησε ευγενικά και με μια χροιά έκπληξης. Υπήρχαν φορές που η Γκρίζα αδελφή έδειχνε άτολμη, κάτι μάλλον ασυνήθιστο για Άες Σεντάι, αλλά ποτέ δεν δίσταζε να μιλήσει όταν διαφωνούσε με κάποια συμβουλή που είχε ως αποδέκτη την Μπερελαίν.

Αυτή τη φορά, όμως, η Ανούρα δίστασε και κάλυψε το κορμί της με τον μανδύα της, σιάζοντας με ιδιαίτερη προσοχή τις πτυχώσεις του. Αδέξιο εκ μέρους της· οι Άες Σεντάι είχαν τη δυνατότητα να αγνοήσουν τη ζέστη ή την παγωνιά όποτε ήθελαν, παραμένοντας άθικτες όταν οι άλλοι γύρω τους μούσκευαν από τον ιδρώτα ή πάσχιζαν να σταματήσουν τον τριγμό των δοντιών τους από το κρύο. Μια Άες Σεντάι που έδινε προσοχή στη θερμοκρασία, έψαχνε να βρει χρόνο — συνήθως, για να σκεφτεί πώς θα έκρυβε τις πραγματικές της σκέψεις. Έριξε μια συνοφρυωμένη ματιά προς το μέρος της Μαρλίν, αποφασίζοντας τι θα έλεγε τελικά, κι οι ελαφρές ρυτίδες στο μέτωπό της εξαφανίστηκαν.

«Η διαπραγμάτευση είναι πάντα προτιμότερη από τον πόλεμο», είπε με ψυχρή Ταραμπονέζικη προφορά, «και, στη διαπραγμάτευση, η εμπιστοσύνη αποτελεί πάντα μέτρο προφύλαξης, σωστά; Πρέπει να σκεφτούμε πολύ σοβαρά τις προφυλάξεις που πρέπει να πάρουμε. Τίθεται, επίσης, το θέμα τού ποιος θα τους προσεγγίσει. Οι Σοφές έχουν πάψει πια να είναι πανίερες, εφ’ όσον πήραν μέρος στη μάχη στα Πηγάδια του Ντουμάι. Μια αδελφή ή μια ομάδα από αδελφές ίσως είναι καλύτερη λύση, αλλά χρειάζεται εξαιρετική προσοχή στον σχεδιασμό. Προσωπικά, προσφέρομαι να...»

«Όχι λύτρα», είπε ο Πέριν κι, όταν όλοι στράφηκαν προς το μέρος του, σαστισμένοι οι περισσότεροι, κι ενώ η Ανούρα διατηρούσε μια ανεξιχνίαστη έκφραση στο πρόσωπό της, ο Πέριν επανέλαβε τη φράση του με ακόμα σκληρότερη φωνή. «Όχι λύτρα». Δεν θα πλήρωνε τους Σάιντο επειδή είχαν κάνει τη Φάιλε να υποφέρει. Η γυναίκα του σίγουρα θα ήταν φοβισμένη, κι αυτό έπρεπε να το πληρώσουν ακριβά, όχι να βγάλουν και κέρδος από πάνω. Επιπλέον, ο Γκαλίν είχε δίκιο. Απ’ όσα είχε δει ο Πέριν στην Αλτάρα, στην Αμαδισία ή ακόμα πιο πριν, στην Καιρχίν, δεν υπήρχε η παραμικρή ένδειξη ότι μπορούσε κανείς να εμπιστευτεί τους Σάιντο στην τήρηση κάποιας συμφωνίας. Ήταν σαν να εμπιστεύεσαι αρουραίους σε σιτοβολώνα ή σκουλήκια σε σοδειά. «Ιλάυας, θέλω να δω τον καταυλισμό τους». Όταν ήταν πιτσιρίκος, είχε γνωρίσει έναν τυφλό άντρα, τον Νατ Τόρφιν με το ζαρωμένο πρόσωπο και τα αραιά, άσπρα μαλλιά, ο οποίος είχε την ικανότητα να αποσυναρμολογεί με την αφή οποιονδήποτε γρίφο σιδηρουργού. Επί χρόνια, ο Πέριν πάλευε να μάθει να το κάνει κι ο ίδιος, αλλά χωρίς αποτέλεσμα. Έπρεπε να δει πώς ταίριαζαν τα κομμάτια πριν βγάλει νόημα. «Άραμ, βρες τον Γκρέηντυ και πες του να με συναντήσει το γρηγορότερο στην περιοχή Ταξιδέματος». Έτσι αποκαλούσαν το μέρος όπου έφταναν με κάθε πήδημα μέσα από την πύλη κι απ’ όπου αναχωρούσαν για τον επόμενο προορισμό. Ήταν εύκολο για τους Άσα’μαν να υφάνουν πύλη σε ένα μέρος που ήδη είχε αγγιχτεί από μια προηγούμενη.

Ο Άραμ ένευσε κοφτά κι αποφασιστικά, έστρεψε το γκρίζο άλογό του προς την αντίθετη κατεύθυνση και κίνησε για τον καταυλισμό, αλλά ο Πέριν παρατήρησε τις διαφωνίες και τα ερωτηματικά να χαράζονται στα πρόσωπα που τον περιτριγύριζαν. Η Μαρλίν εξακολουθούσε να τον περιεργάζεται, λες και ξαφνικά είχε πάψει να είναι σίγουρη για το ποιος ήταν, κι ο Γκαλίν κοιτούσε βλοσυρά τα γκέμια στα χέρια του, σκεπτόμενος αναμφίβολα πως, ό,τι κι αν έκανε, τα πράγματα δεν θα εξελίσσονταν καλά, αλλά η Μπερελαίν είχε πάρει μια αναστατωμένη έκφραση, με τις αντιρρήσεις ολοφάνερες στη ματιά της, ενώ το στόμα της Ανούρα ήταν σφιγμένο σε μια λεπτή γραμμή. Στις Άες Σεντάι δεν άρεσε καθόλου να τις διακόπτουν, κι ανεξάρτητα από το πόσο άτολμη μπορεί να έδειχνε μια Άες Σεντάι, ήταν πάντα έτοιμη να δώσει διέξοδο στη δυσαρέσκειά της. Ο Αργκάντα, με το πρόσωπό του αναψοκοκκινισμένο, άνοιξε το στόμα του, έχοντας υπ’ όψιν προφανώς να ουρλιάξει, κάτι που έκανε πολύ συχνά από τότε που είχαν απαγάγει τη βασίλισσά του. Δεν είχε νόημα να κάθεται και ν’ ακούει.