Выбрать главу

Ο Πέριν σπιρούνισε τον Γοργοπόδη, αναγκάζοντάς τον να ξεχυθεί μέσα από τις γραμμές των Φτερωτών Φρουρών και να κατευθυνθεί πίσω, προς τα κουτσουρεμένα δέντρα. Δεν κάλπαζε, αλλά ούτε χαζολογούσε — ήταν απλώς ένας γοργός τριποδισμός μέσα στο γιγάντιο δάσος, με τα χέρια σφιχτά πάνω στα γκέμια και τα μάτια να αναζητούν τον Γκρέηντυ μέσα στο διάστικτο και ζοφερό σκοτάδι. Ο Ιλάυας ακολουθούσε κατά πόδας με το μουνούχι του, χωρίς να βγάζει άχνα. Ο Πέριν ήταν σίγουρος ότι μέσα του δεν υπήρχε χώρος ούτε για ένα γραμμάριο επιπλέον φόβου. Εντούτοις, η σιωπή του Ιλάυας βάραινε την ατμόσφαιρα. Ο άντρας ανέκαθεν έβρισκε τρόπους να ξεπερνάει τα εμπόδια, αλλά η τωρινή του σιωπή μαρτυρούσε ότι υπήρχαν αδιάβατα βουνά. Κι όμως, όλο και κάποιος τρόπος θα υπήρχε. Μόλις έφθασαν στη λεία, βραχώδη προεξοχή, ο Πέριν τσίγκλησε τον Γοργοπόδη να κάνει μπρος-πίσω ανάμεσα στις λοξές ακτίνες του φωτός, γύρω από τα πεσμένα δέντρα και μεταξύ των όρθιων, ανίκανος να τον κάνει να σταματήσει. Έπρεπε να συνεχίσει να προχωράει. Κάποιος τρόπος θα υπήρχε. Το μυαλό του αναπηδούσε σαν αρουραίος κλεισμένος σε κλουβί.

Ο Ιλάυας ξεπέζεψε και κάθισε ανακούρκουδα στην κομμένη πέτρα κοιτώντας τη βλοσυρά, χωρίς ιδιαίτερη προσοχή στο μουνούχι του, το οποίο τραβούσε τα χαλινάρια, πασχίζοντας να απομακρυνθεί. Δίπλα στην πέτρα, ο χοντρός κορμός ενός πεύκου, ύψους περίπου πενήντα ποδιών, υποστηριζόταν στη μία άκρη από τα θρυμματισμένα υπολείμματα της ρίζας του, αρκετά ψηλά για να μπορεί να περπατάει ο Ιλάυας όρθιος από κάτω. Λαμπερές ηλιαχτίδες διαπερνούσαν τον θόλο του δάσους κι έμοιαζαν να βαθαίνουν ακόμα περισσότερο τις σκιές, κάνοντάς τες σχεδόν απόλυτα μαύρες γύρω από τη σημαδεμένη με ίχνη προεξοχή, αλλά αυτό δεν τον απασχολούσε περισσότερο απ’ όσο απασχολούσε τον Πέριν. Ζάρωσε τη μύτη του στην οσμή του καμένου θειαφιού, που πλανιόταν ακόμα στον αέρα. «Μου φαίνεται πως μύρισα κάτι τέτοιο όταν ερχόμουν προς τα εδώ. Περίμενα ότι θα το ανέφερες, αν δεν είχες άλλα πράγματα στο μυαλό σου. Μεγάλο κοπάδι. Μεγαλύτερο απ’ όσα είδα ή άκουσα ποτέ».

«Το ίδιο είπε κι η Μασούρι», αποκρίθηκε ο Πέριν αδιάφορα. Μα τι έκανε ο Γκρέηντυ; Πόσος κόσμος υπήρχε στο Έμπου Νταρ; Αυτό ήταν το μέγεθος του καταυλισμού των Σάιντο. «Είπε πως έχει συναντήσει τα μονοπάτια εφτά κοπαδιών, κι αυτό εδώ δεν το είχε ξαναδεί».

«Εφτά», μουρμούρισε έκπληκτος ο Ιλάυας. «Πολλά, ακόμα και για Άες Σεντάι. Οι περισσότερες ιστορίες για τα Σκοτεινόσκυλα προέρχονται από ανθρώπους που φοβούνται το σκοτάδι». Κοιτώντας συνοφρυωμένος τα ίχνη που χάραζαν τη λεία επιφάνεια της πέτρας, κούνησε το κεφάλι του και μια χροιά λύπης φάνηκε στη φωνή του. «Κάποτε, ήταν λύκοι. Ψυχές λύκων, εν πάση περιπτώσει, που η Σκιά τις γράπωσε και τις αλλοίωσε. Χρησίμευσαν ως πυρήνας για να δημιουργηθούν τα Σκοτεινόσκυλα, τα Σκιοαδέλφια. Νομίζω πως αυτός είναι κι ο λόγος που οι λύκοι πρέπει να παρίστανται στην Τελευταία Μάχη. Ίσως τα Σκοτεινόσκυλα φτιάχτηκαν ακριβώς επειδή θα βρίσκονται εκεί οι λύκοι, για να τους πολεμήσουν. Το Σχήμα κάνει ακόμη και δαντέλα απ’ τη Σοβάρα να μοιάζει με απλό σκοινί μερικές φορές. Εν πάση περιπτώσει, όλα αυτά έγιναν καιρό πριν, κατά τη διάρκεια των Πολέμων των Τρόλοκ αν δεν με απατά η μνήμη μου, και του Πολέμου της Σκιάς, που προηγήθηκε. Οι λύκοι έχουν μακρόβιο μνημονικό. Η γνώση ενός λύκου δεν ξεχνιέται ποτέ όσο οι άλλοι λύκοι παραμένουν ζωντανοί. Ωστόσο, αποφεύγουν να μιλούν για τα Σκοτεινόσκυλα, και τα αποφεύγουν επίσης. Στην προσπάθεια να σκοτωθεί ένας και μόνο Σκιοαδελφός, μπορεί να πεθάνουν εκατό λύκοι. Και το χειρότερο είναι πως, αν αποτύχουν, το Σκοτεινόσκυλο θα φάει τις ψυχές όσων δεν έχουν πεθάνει ακόμα, και μέσα σ’ έναν χρόνο περίπου θα υπάρχει ένα ακόμη κοπάδι Σκιοαδελφών, που ούτε καν θα θυμάται πως κάποτε ήταν λύκοι. Ελπίζω να μην το θυμούνται, τουλάχιστον».

Ο Πέριν πλησίασε, παρ’ όλο που πολύ θα ήθελε να συνεχίσει να προχωράει. Σκιοαδέλφια. Η ονομασία που είχαν δώσει οι λύκοι στα Σκοτεινόσκυλα αποκτούσε ένα νέο, πιο δυσοίωνο νόημα. «Μπορούν να φάνε την ψυχή ενός ανθρώπου, Ιλάυας; Κάποιου, για παράδειγμα, που μπορεί να μιλάει με λύκους;» Ο Ιλάυας ανασήκωσε τους ώμους του. Όπως γνώριζαν κι οι δύο, μονάχα μια χούφτα άνθρωποι μπορούσαν να κάνουν αυτό που έκαναν οι ίδιοι. Η απάντηση σε αυτή την ερώτηση θα ερχόταν μόνο τη στιγμή του θανάτου. Το σημαντικότερο ήταν ότι, αν κάποτε είχαν υπάρξει λύκοι, θα πρέπει να ήταν αρκετά ευφυείς για να αναφέρουν όσα είχαν ανακαλύψει. Η Μασούρι είχε υπονοήσει κάποια πράγματα κι ήταν ανόητο να ελπίζουν πως η κατάσταση θα έπαιρνε άλλη τροπή. Πόσον καιρό, άραγε, είχαν στη διάθεσή τους για να ελευθερώσουν τη Φάιλε;