Выбрать главу

Ο ήχος οπλών που έτριζαν πάνω στο χιόνι ανήγγειλε τον ερχομό καβαλάρηδων κι ο Πέριν είπε βιαστικά στον Ιλάυας ότι τα Σκοτεινόσκυλα είχαν κυκλώσει τον καταυλισμό και θα μετέδιδαν τα νέα της παρουσίας του σε όποιον έδιναν αναφορά.

«Δεν θ’ ανησυχούσα και τόσο, αγόρι μου», αποκρίθηκε ο γηραιότερος άντρας, παρακολουθώντας με προσοχή, μήπως και διέκρινε τα άλογα που έρχονταν προς το μέρος τους. Απομακρύνθηκε λίγο από την πέτρα κι άρχισε να τεντώνεται, χαλαρώνοντας μυώνες που είχαν πιαστεί πάνω στη σέλα. Ο Ιλάυας πρόσεχε πολύ να μην τον αντιληφθούν ενώ περιεργαζόταν κάτι που για άλλα μάτια ήταν κρυμμένο στις σκιές. «Θαρρώ πως κυνηγούν κάτι πιο σημαντικό από εσένα. Θα επιμείνουν μέχρι να το ανακαλύψουν, ακόμα κι αν τους πάρει όλο τον χρόνο. Μη σκιάζεσαι. Θα ελευθερώσουμε τη γυναίκα σου προτού τα Σκοτεινόσκυλα προλάβουν ν’ αναφέρουν ότι βρισκόσουν· εδώ. Όχι πως θα ’ναι εύκολο, αλλά θα τα καταφέρουμε». Η φωνή του έκρυβε αποφασιστικότητα, όπως κι η οσμή του, αλλά ελάχιστη —έως καμία— ελπίδα.

Παλεύοντας με την απόγνωση, αρνούμενος να της επιτρέψει να αναδυθεί ξανά, ο Πέριν σπιρούνισε τον Γοργοπόδη, καθώς η Μπερελαίν κι ο σωματοφύλακάς της εμφανίζονταν ανάμεσα από τα δέντρα, με τη Μαρλίν καβάλα πίσω από την Ανούρα. Μόλις οι Άες Σεντάι επιβράδυναν την πορεία τους, η Σοφή με τα μάτια στο χρώμα του λυκόφωτος ξεπέζεψε τραβώντας τη βαριά της φούστα, για να καλύψει τις μαύρες κάλτσες της. Οποιαδήποτε άλλη μπορεί να ταραζόταν δείχνοντας σε κοινή θέα τα πόδια της, αλλά όχι η Μαρλίν. Απλώς έσιαζε τα ρούχα της. Η Ανούρα, από την άλλη, έμοιαζε αναστατωμένη, κι η ξινή και κάπως τσατισμένη έκφραση που είχε χαραχτεί στο πρόσωπό της έκανε τη μύτη της να μοιάζει με ράμφος. Παρέμενε σιωπηλή, αλλά έμοιαζε έτοιμη να δαγκώσει. Θα πρέπει να ήταν σίγουρη ότι οι Σάιντο θα αποδέχονταν την προσφορά της περί διαπραγματεύσεων, ειδικά με την υποστήριξη της Μπερελαίν και τη Μαρλίν να τηρεί —στη χειρότερη περίπτωση— ουδέτερη στάση. Οι Γκρίζες ήταν διαπραγματεύτριες και μεσολαβήτριες, κριτές με μεγάλη ικανότητα να κλείνουν συμφωνίες. Ποιο άλλο θα μπορούσε να είναι το κίνητρό της; Ο Πέριν αντιμετώπιζε ένα πρόβλημα που έπρεπε να παραμερίσει, αλλά ταυτόχρονα να έχει κατά νου. Έπρεπε να λάβει υπ’ όψιν του οτιδήποτε αφορούσε στην απελευθέρωση της Φάιλε, αλλά το πρόβλημα που έπρεπε να λύσει βρισκόταν σαράντα μίλια βορειοανατολικά.

Ενώ οι Φτερωτοί Φρουροί σχημάτιζαν τον προστατευτικό τους κλοιό ανάμεσα στα ψηλά δέντρα, γύρω από την περιοχή του Ταξιδέματος, η Μπερελαίν έφερε το καστανοκόκκινο ζώο της πλάι στον Γοργοπόδη κι άρχισε να κινείται αργά δίπλα του, πασχίζοντας να ανοίξει κουβέντα με τον Πέριν, να τον δελεάσει με την υπόλοιπη δασόχηνα. Μύριζε αβεβαιότητα κι αμφιβολία σχετικά με την απόφασή του. Ίσως ήλπιζε να τον πείσει για το θέμα των λύτρων. Ο Πέριν, όμως, συνέχισε να τσιγκλάει τον Γοργοπόδη για να προχωρήσει, αρνούμενος να ακούσει το παραμικρό. Αν επιχειρούσε κάτι τέτοιο, θα ήταν σαν να στοιχημάτιζε τα πάντα στο ρίξιμο ενός ζαριού, και, φυσικά, του ήταν αδύνατον να παίξει την απελευθέρωση της Φάιλε στα ζάρια. Ο μόνος τρόπος ήταν να κινηθεί μεθοδικά, όπως ο σιδηρουργός που δουλεύει στο αμόνι. Μα το Φως, πόσο κουρασμένος ήταν... Τυλίχτηκε ακόμα πιο σφιχτά γύρω από την οργή του, αγκαλιάζοντας τη ζέση για να πάρει ενέργεια.

Ο Γκαλίν με τον Αργκάντα κατέφτασαν λίγο μετά την Μπερελαίν, με μια διπλή φάλαγγα Γκεαλντανών λογχοφόρων με στιλβωμένους θώρακες και γυαλιστερές κωνικές περικεφαλαίες, διασκορπισμένων μεταξύ των Μαγιενών ανάμεσα στα δέντρα. Ένα ίχνος εκνευρισμού ξεπήδησε στην οσμή της κι η Μπερελαίν άφησε τον Πέριν και κατευθύνθηκε προς το μέρος του Γκαλίν. Οι δυο τους έφεραν τα άλογά τους κοντά-κοντά κι ο μονόφθαλμος άντρας έγειρε το κεφάλι του για να ακούσει τι είχε να του πει η Μπερελαίν. Η γυναίκα μιλούσε χαμηλόφωνα, αλλά ο Πέριν ήξερε —εν μέρει, τουλάχιστον— το αντικείμενο της συζήτησής τους. Πού και πού, κοιτούσαν προς το μέρος του, καθώς ο Πέριν ανάγκαζε τον Γοργοπόδη να κινείται μπρος-πίσω, μπρος-πίσω. Ο Αργκάντα άφησε το διάστικτο ζώο του σε ένα σημείο κι ατένισε νότια, ανάμεσα από τα δέντρα, προς τον καταυλισμό, μοιάζοντας με προτομή που ακτινοβολεί ανυπομονησία όπως η φωτιά ακτινοβολεί θερμότητα. Ήταν η προσωποποίηση του στρατιώτη, με τα φτερά, το ξίφος και την ασημιά θωράκιση, με πρόσωπο σκληρό σαν πέτρα, αλλά η οσμή του μαρτυρούσε ότι ο άντρας βρισκόταν στο χείλος του πανικού. Ο Πέριν αναρωτήθηκε πώς μύριζε ο ίδιος. Ήταν δύσκολο να αντιληφθείς την προσωπική σου μυρωδιά, εκτός αν βρισκόσουν σε κλειστό χώρο. Μάλλον όμως δεν θα ανέδιδε οσμή πανικού, απλώς φόβο κι οργή. Όλα θα επανέρχονταν στο φυσιολογικό από τη στιγμή που θα έπαιρνε πίσω τη Φάιλε. Όλα θα πήγαιναν καλά. Μπρος-πίσω, μπρος-πίσω.