Τελικά, ο Άραμ εμφανίστηκε παρέα με τον Τζουρ Γκρέηντυ, που χασμουριόταν καθισμένος σε ένα σκούρο καστανό μουνούχι, τόσο σκούρο, ώστε η λευκή ρίγα στη μουσούδα του το έκανε να φαντάζει σχεδόν μαύρο. Ο Ντάνιλ με μια ντουζίνα Διποταμίτες, οι οποίοι είχαν αφήσει τα δόρατα και τα πελέκια για χάρη των βαλλιστρών τους, προχωρούσαν λίγο πιο πίσω αλλά όχι σε πολύ κοντινή απόσταση. Ο Γκρέηντυ ήταν ένας στιβαρός τύπος, με ταλαιπωρημένο πρόσωπο που είχε ήδη αρχίσει να κάνει ζάρες, μολονότι δεν ήταν καν μεσήλικας, και που τον έκανε να μοιάζει περισσότερο με νυσταλέο αγρότη, παρά το ξίφος με τη μακρόστενη λαβή που κρεμόταν από τη μέση του, και το μαύρο πανωφόρι με την ασημένια καρφίτσα σε σχήμα σπαθιού, καρφωμένη πάνω στο ψηλό του πέτο. Ωστόσο, είχε εγκαταλείψει οριστικά τα χωράφια, κι ο Ντάνιλ με τους υπόλοιπους πάντα του έδειχναν σεβασμό. Σεβασμό έδειχναν και στον Πέριν, μένοντας λίγο πιο πίσω και με τα πρόσωπα στραμμένα προς το έδαφος, ρίχνοντας κάποιες φορές φευγαλέες κι αμήχανες ματιές σ’ εκείνον ή στην Μπερελαίν. Δεν είχε και πολλή σημασία. Όλα θα πήγαιναν καλά.
Ο Άραμ προσπάθησε να οδηγήσει τον Γκρέηντυ προς τη μεριά του Πέριν, αλλά ο Άσα’μαν γνώριζε ήδη γιατί τον είχαν καλέσει. Αναστενάζοντας, ξεπέζεψε πλάι στον Ιλάυας, ο οποίος κάθισε ανακούρκουδα σε ένα περίγραμμα ηλιόφωτος για να σχεδιάσει με το δάχτυλό του έναν χάρτη πάνω στο χιόνι και να μιλήσει σχετικά με τις αποστάσεις και τις κατευθύνσεις, περιγράφοντας λεπτομερώς το μέρος όπου ήθελε να πάει, ένα ξέφωτο στην πλαγιά που έβλεπε περίπου νότια, με τη ράχη από πάνω χαραγμένη σε τρία σημεία. Όλα αυτά θα μπορούσαν κάλλιστα να είναι αρκετά, αρκεί να ήταν ακριβή, αλλά όσο πιο καλή εικόνα είχε μέσα στο κεφάλι του ένας Άσα’μαν, τόσο περισσότερο θα προσέγγιζε το ακριβές σημείο.
«Αγόρι μου, εδώ δεν υπάρχει περιθώριο λάθους». Τα μάτια του Ιλάυας φάνηκαν να λάμπουν από ένταση. Ό,τι κι αν σκέφτονταν οι άλλοι για τον Άσα’μαν, ποτέ τους δεν τον τρόμαζαν. «Σ’ αυτή την περιοχή υπάρχουν πολλές ράχες και το κυρίως στρατόπεδο απέχει μόνο ένα μίλι, ή περίπου, από την άλλη μεριά. Θα υπάρχουν φρουρές, μικρές ομάδες που μένουν σε διαφορετικό μέρος κάθε νύχτα, ίσως και λιγότερο από δύο μίλια από την αντίθετη μεριά. Αν μας βγάλεις αρκετά εκτός πορείας, θα μας δουν στα σίγουρα».
Ο Γκρέηντυ συνάντησε τη ματιά του δίχως να βλεφαρίζει. Κατόπιν, ένευσε και, παίρνοντας μια βαθιά ανάσα, πέρασε τα κοντόχοντρα δάχτυλά του ανάμεσα στα μαλλιά του. Έμοιαζε εξίσου επιφυλακτικός με τον Ιλάυας κι εξουθενωμένος όσο ο Πέριν. Το να φτιάχνει κανείς πύλες και να τις κρατάει ανοιχτές για αρκετά μεγάλο διάστημα, έτσι ώστε να περάσουν χιλιάδες άνθρωποι και ζώα, δεν ήταν εύκολη δουλειά.
«Είσαι αρκετά ξεκούραστος;» τον ρώτησε ο Πέριν. Οι κουρασμένοι άντρες κάνουν λάθη και, όταν παίζεις με τη Μία Δύναμη, τα λάθη μπορεί να αποβούν μοιραία. «Μήπως να στείλω να φωνάξουν τον Νιλντ;»
Ο Γκρέηντυ τον κοίταξε τσιμπλιασμένος και κούνησε το κεφάλι του. «Ο Φάγκερ δεν είναι πιο ξεκούραστος από μένα. Ούτως ή άλλως, εγώ είμαι κάπως πιο δυνατός. Καλύτερα ν’ αναλάβω εγώ». Γύρισε να αντικρίσει τη βορειοανατολική πλευρά και χωρίς καμιά προειδοποίηση μια κάθετη, ασημογάλαζη σχισμή εμφανίστηκε δίπλα στη χαραγμένη πέτρα. Η Ανούρα τράβηξε τη φοράδα της κοντανασαίνοντας ξαφνιασμένη, καθώς η φωτεινή σχισμή πλάτυνε και μεταβλήθηκε σε άνοιγμα, μια τρύπα στον αέρα, που έδειχνε ένα ηλιόλουστο ξέφωτο σε απόκρημνο έδαφος ανάμεσα σε δέντρα πολύ μικρότερα από αυτά που περιέβαλλαν τον Πέριν και τους υπολοίπους. Το ήδη κομμένο πεύκο τρεμούλιασε καθώς μία ακόμα λεπτή φέτα αποκολλήθηκε από τον κορμό του, στέναξε και κατέρρευσε με έναν πνιχτό από το χιόνι πάταγο, που έκανε τα άλογα να ρουθουνίσουν και να αναδευτούν. Η Ανούρα αγριοκοίταξε τον Άσα’μαν με πρόσωπο που γινόταν ολοένα και πιο σκοτεινό, αλλά ο Γκρέηντυ απλώς βλεφάρισε κι είπε: «Σας φαίνεται ότι είναι το σωστό μέρος;» Ο Ιλάυας έστρωσε το καπέλο του προτού γνέψει καταφατικά.
Αυτό το νεύμα περίμενε ο Πέριν. Έσκυψε το κεφάλι του και σπιρούνισε τον Γοργοπόδη για να προχωρήσει μέσα στο χιόνι που του έφτανε πάνω από την κνήμη. Το ξέφωτο ήταν μικρό, αλλά ο γεμάτος λευκά σύννεφα ουρανός το έκανε να φαίνεται ανοικτό κι απέραντο σε σχέση με το δάσος που τους τριγύριζε. Το φως ήταν σχεδόν εκτυφλωτικό, συγκρινόμενο με αυτό του δάσους, αν κι ο ήλιος εξακολουθούσε να μη φαίνεται, εξαιτίας της δεντρόσπαρτης κορυφογραμμής πάνω από τα κεφάλια τους. Το στρατόπεδο των Σάιντο απλωνόταν από την άλλη μεριά αυτής της κορυφογραμμής. Ο Πέριν ατένισε με λαχτάρα το ύψωμα. Το μόνο που μπορούσε να κάνει ήταν να παραμείνει στη θέση του, αντί να ορμήσει μπροστά για να δει πού βρισκόταν η Φάιλε. Ανάγκασε τον Γοργοπόδη να στραφεί στην πύλη καθώς εμφανιζόταν η Μαρλίν.