Ήδη εκνευρισμένος από τη στέρηση της πανοπλίας και των φτερών του, ο Αργκάντα άρχισε να διαφωνεί επειδή ο Ιλάυας έδινε διαταγές. Καθότι όχι εντελώς ανόητος, μιλούσε χαμηλόφωνα, για να μην ακουστεί. Ήταν στρατιώτης από τα δεκαπέντε του, επικεφαλής στρατιών που πολέμησαν με τους Λευκομανδίτες, τους Αλταρανούς και τους Αμαδισιανούς κι, όπως επισήμαινε με υπερηφάνεια, είχε λάβει μέρος στον Πόλεμο των Αελιτών κι είχε επιζήσει από το Αιμάτινο Χιόνι στην Ταρ Βάλον. Γνώριζε πολλά για τους Αελίτες και δεν χρειαζόταν τις συμβουλές ενός αξύριστου ξυλοκόπου για την εμφάνισή του. Ο Πέριν άφησε ασχολίαστο το συμβάν, μια κι ο άντρας διαμαρτυρόταν μαλώνοντας συγχρόνως δύο άντρες του επειδή δεν μπορούσαν να συγκρατήσουν τα άλογα. Πράγματι, δεν ήταν ανόητος, απλώς φοβόταν για τη βασίλισσά του. Ο Γκαλίν άφησε πίσω όλους τους άντρες του, μουρμουρίζοντας ότι οι λογχοφόροι ήταν εντελώς άχρηστοι δίχως τα άλογά τους και πιθανότατα θα έσπαζαν τους λαιμούς τους αν τους ανάγκαζε να προχωρήσουν πεζή για κάποια απόσταση. Ούτε αυτός ήταν ανόητος, αλλά έβλεπε πρώτα την κακή πλευρά. Ο Ιλάυας τέθηκε επικεφαλής, ενώ ο Πέριν περίμενε λίγο μέχρι να μεταφέρει το παχύ μπρούντζινο ματογυάλι από το σακίδιο της σέλας του Γοργοπόδη στο πανωφόρι του πριν τον ακολουθήσει.
Πόες πετάγονταν σε συστάδες κάτω από τα δέντρα, πεύκα κι έλατα στην πλειονότητά τους, με συμπλέγματα από διάφορα άλλα είδη, άφυλλα και γκριζωπά από τον χειμώνα. Το έδαφος, αν και πετρώδες σε μεγαλύτερο βαθμό, δεν ήταν πιο απόκρημνο από τους Λόφους της Άμμου στην πατρίδα και δεν παρουσίαζε δυσκολίες για τον Ντάνιλ και τους υπόλοιπους Διποταμίτες, οι οποίοι κινούνταν σαν φαντάσματα στην πλαγιά, με τα βέλη στις χορδές και τα μάτια τους δεκατέσσερα, σιωπηλοί όσο σχεδόν κι η πάχνη από τις ανάσες τους. Ο Άραμ, επίσης εξοικειωμένος με τέτοια δάση, παρέμενε κοντά στον Πέριν με το σπαθί του γυμνό. Κάποια στιγμή, άρχισε να πετσοκόβει ένα συνονθύλευμα πυκνών καφετιών περικοκλάδων, μέχρι που ο Πέριν τον σταμάτησε πιάνοντάς τον από το μπράτσο, αν και δεν έκανε περισσότερο θόρυβο από τον Άρχοντά του — το αδιόρατο κριτσάνισμα από τις μπότες του στο χιόνι ίσα-ίσα που ακουγόταν. Δεν αποτελούσε έκπληξη ότι η Μαρλίν κινούνταν ανάμεσα στα δέντρα σαν να είχε μεγαλώσει σε δάσος κι όχι στην Ερημιά του Άελ, όπου οτιδήποτε μπορούσε να ονομαστεί δέντρο ήταν σπάνιο, το δε χιόνι ανήκουστο, αν κι όλα αυτά τα περιδέραια και τα βραχιόλια της θα μπορούσαν να κροταλίζουν καθώς πηγαινοέρχονταν μπρος-πίσω. Η Ανούρα σκαρφάλωσε χωρίς ιδιαίτερη δυσκολία, παρ’ ότι η φούστα την εμπόδιζε λιγάκι, αλλά κατάφερνε να αποφεύγει τεχνηέντως τα μυτερά αγκάθια των νεκρών θάμνων και τις περικοκλάδες που καθυστερούσαν την πορεία της. Οι Άες Σεντάι πάντα έβρισκαν τρόπους να σε εκπλήσσουν. Έριχνε επιφυλακτικές ματιές προς το μέρος του Γκρέηντυ, αν κι ο Άσα’μαν έμοιαζε επικεντρωμένος στο περπάτημά του. Μερικές φορές, βαριαναστέναζε και κοντοστεκόταν για ένα λεπτό κοιτώντας βλοσυρά την κορυφή μπροστά του, αλλά δεν έμενε ποτέ πίσω. Ο Γκαλίν κι ο Αργκάντα δεν ήταν και τόσο νέοι· ασυνήθιστοι στην πεζοπορία σε μέρη όπου θα μπορούσαν να ιππεύουν, όσο περισσότερο ανέβαιναν, τόσο περισσότερο λαχάνιαζαν. Πού και πού, κρατιούνταν από κορμούς δέντρων και κοιτάζονταν επιφυλακτικά μεταξύ τους με το ίδιο έντονο βλέμμα που κοιτούσαν το έδαφος. Κανείς από τους δύο δεν είχε διάθεση να τον ξεπεράσει ο άλλος. Οι τέσσερις Γκεαλντανοί λογχοφόροι, από την άλλη, γλιστρούσαν διαρκώς και σκόνταφταν πάνω σε ρίζες κρυμμένες κάτω από το χιόνι, τα θηκάρια τους μπερδεύονταν στις περικοκλάδες κι έβριζαν όταν έπεφταν πάνω σε βράχια ή τους τρυπούσαν αγκάθια. Ο Πέριν σκέφτηκε μήπως θα ήταν καλύτερα να τους στείλει πίσω, να περιμένουν μαζί με τα άλογα, ή να τους δώσει μία στο κεφάλι και να τους περιμαζέψει στον γυρισμό.
Ξαφνικά, δύο Αελίτισσες ξεπήδησαν από κάτι χαμόκλαδα μπροστά στον Ιλάυας, με σκούρα πέπλα να καλύπτουν τα πρόσωπά τους εκτός από τα μάτια, λευκούς μανδύες να κρέμονται στην πλάτη τους και κρατώντας δόρατα και μικρές ασπίδες. Κρίνοντας από το ύψος τους, θα πρέπει να ήταν Κόρες του Δόρατος, κάτι που δεν τις έκανε λιγότερο επικίνδυνες από οποιονδήποτε άλλον αλγκάι’ντ’σισβάι. Μέσα σε μία στιγμή, εννέα βαλλίστρες τεντώθηκαν, με τις πλατιές αιχμές των βελών να σημαδεύουν τις καρδιές των γυναικών.
«Παραλίγο να σε χτυπήσουμε, Τουάντα», μουρμούρισε ο Ιλάυας. «Κι εσύ, Σούλιν, δεν τα υπολόγισες καλά». Ο Πέριν έκανε νόημα στους Διποταμίτες να χαμηλώσουν τις βαλλίστρες τους, και στον Άραμ να κατεβάσει το σπαθί του. Όπως κι ο Ιλάυας, τις είχε οσμιστεί πριν ακόμα πεταχτούν στο ξέφωτο.