Οι Κόρες αντάλλαξαν έκπληκτες ματιές κι αποκαλύφθηκαν, αφήνοντας τις σκούρες καλύπτρες να πέσουν στα στήθη τους. «Κόβει το μάτι σου, Ιλάυας Ματσίρα», σχολίασε η Σούλιν. Νευρώδης, με πρόσωπο σαν από αργασμένο πετσί και με ένα σημάδι που διέτρεχε το μάγουλό της, είχε κοφτερά, γαλάζια μάτια που σε διαπερνούσαν σαν σουβλιά, αν κι εξακολουθούσε να δείχνει εμβρόντητη. Η Τουάντα, ψηλότερη και νεότερη, μάλλον ήταν ομορφούλα πριν χάσει το δεξί της μάτι κι αποκτήσει το παχύ σημάδι που έφτανε από το πηγούνι έως το σούφα της, τραβώντας τη μία άκρη του στόματός της σε ένα μόνιμο μισοχαμόγελο, που, ούτως ή άλλως, ήταν και το μοναδικό της προς τους άλλους.
«Τα πανωφόρια σας είναι διαφορετικά», είπε ο Πέριν. Η Τουάντα συνοφρυώθηκε κοιτώντας πρώτα το δικό της γκριζοπράσινο και καφετί ρούχο της και κατόπιν της Σούλιν, που ήταν πανομοιότυπο. «Κι οι μανδύες σας, επίσης». Ο Ιλάυας ήταν όντως κουρασμένος, ειδάλλως δεν θα του είχε ξεφύγει αυτή η παρατυπία. «Δεν ξεκίνησαν ακόμα, έτσι;»
«Όχι, Πέριν Αϋμπάρα», απάντησε η Σούλιν. «Φαίνεται πως οι Σάιντο παραμένουν σ’ ένα μέρος κάθε φορά. Χθες το βράδυ, ανάγκασαν τους κατοίκους της πόλης να φύγουν και να πάνε βόρεια, όσους άφησαν δηλαδή». Κούνησε ελαφρά το κεφάλι της, ακόμη ανάστατη από το γεγονός ότι οι Σάιντο ωθούσαν τους ανθρώπους να γίνουν γκαϊ’σάιν χωρίς να ακολουθούν το τζι’ε’τόχ. «Οι φίλοι σας, ο Τζόνταϊν Μπάραν, ο Γκετ Εϊλάια κι ο Χου Μάργουιν, τους ακολούθησαν για να δουν αν μπορούν να μάθουν κάτι. Οι δοραταδελφές μας κι ο Γκαούλ κινούνται ξανά περιμετρικά του στρατοπέδου. Εμείς περιμέναμε εδώ τον Ιλάυας Ματσίρα να επιστρέψει μαζί σου». Σπάνια άφηνε το συναίσθημα να φανεί στη φωνή της, κι αυτή τη φορά ήταν εντελώς ανύπαρκτο, αλλά μύριζε θλίψη. «Έλα, θα σου δείξω».
Οι δύο Κόρες βάλθηκαν να ανηφορίζουν την πλαγιά, κι ο Πέριν έσπευσε ξοπίσω τους ξεχνώντας τους πάντες. Λίγο πριν φτάσουν στην κορυφή, έσκυψαν κι άρχισαν να προχωρούν στα τέσσερα. Ο Πέριν τις μιμήθηκε και σύρθηκε στις τελευταίες απλωσιές μέσα στο χιόνι για να κοιτάξει πέρα από ένα δέντρο, πάνω από την κορυφογραμμή. Κάπου εκεί, το δάσος τελείωνε και περιοριζόταν σε σκόρπιους θάμνους και μεμονωμένα δενδρύλλια που φύτρωναν στην κατωφέρεια. Βρισκόταν αρκετά ψηλά, έχοντας τη δυνατότητα να αγναντέψει κάμποσες λεύγες μακριά, πέρα από τις αναδιπλούμενες ράχες που έμοιαζαν με μακρόστενους άδεντρους λόφους, προς το σημείο όπου άρχιζε να εμφανίζεται ξανά μια σκούρα λωρίδα δάσους. Μπορούσε να δει όσα ήθελε, διόλου λιγότερα απ’ όσα ήταν αναγκαία.
Είχε προσπαθήσει να φανταστεί τον καταυλισμό των Σάιντο βασισμένος στην περιγραφή του Ιλάυας, αλλά η πραγματικότητα ξεπερνούσε κατά πολύ τη φαντασία του. Χίλια βήματα πιο κάτω απλωνόταν ένας όγκος από χαμηλές σκηνές, Αελίτικες κι άλλων ειδών, μια μάζα από άμαξες, καρότσες, ανθρώπους κι άλογα. Απλωνόταν πάνω από ένα μίλι προς κάθε κατεύθυνση, από τα γκρίζα πέτρινα τείχη της πόλης έως τη μισή απόσταση πριν το επόμενο ύψωμα. Ήξερε ότι παρόμοια διάταξη θα υπήρχε κι από την άλλη μεριά. Δεν θεωρούνταν μεγάλη πόλη, καμία σχέση με το Κάεμλυν ή την Ταρ Βάλον. Ήταν λιγότερο από τετρακόσια βήματα πλατιά από την πλευρά που έβλεπε ο Πέριν και στενότερη από τις άλλες πλευρές, όμως δεν έπαυε να είναι μια πόλη με ψηλά τείχη, πύργους και κάτι που έμοιαζε με οχυρώσεις στο βορειότερο άκρο της. Ωστόσο, ο καταυλισμός των Σάιντο έμοιαζε να την καταπίνει. Η Φάιλε βρισκόταν κάπου εκεί, μέσα σε εκείνη την απέραντη ανθρωπολίμνη.
Τραβώντας από την τσέπη του το ματογυάλι, θυμήθηκε την τελευταία στιγμή να σκιάσει με το χέρι του την άλλη άκρη του σωλήνα. Ο ήλιος ήταν μια χρυσαφιά μπάλα ακριβώς μπροστά του, έχοντας καλύψει σχεδόν τη μισή διαδρομή μέχρι το ζενίθ. Μια αδέσποτη αντανάκλαση των φακών θα κατέστρεφε τα πάντα. Παρέες ανθρώπων ξεπήδησαν μέσα από το ματογυάλι, πρόσωπα ξεκάθαρα στα μάτια του. Γυναίκες με μακριά μαλλιά και με σκούρες εσάρπες στους ώμους, σκεπασμένες με δεκάδες μακρόστενα περιδέραια, γυναίκες με λιγότερα περιδέραια, που άρμεγαν κατσίκες, γυναίκες με καντιν’σόρ, που μερικές φορές έφεραν δόρατα και μικρές ασπίδες, γυναίκες που κρυφοκοίταζαν από τις βαθιές κουκούλες των βαριών, άσπρων ρούχων τους, καθώς περπατούσαν βιαστικά μέσα στο χιόνι που είχε ήδη πατηθεί και κόντευε να γίνει λάσπη. Υπήρχαν επίσης άντρες και παιδιά, αλλά το πεινασμένο βλέμμα του Πέριν στράφηκε αλλού, αγνοώντας τους. Ακόμα κι αν μετρούσε μονάχα τις λευκοντυμένες, υπήρχαν χιλιάδες επί χιλιάδων γυναίκες.
«Είναι πάρα πολλές», ψιθύρισε η Μαρλίν κι ο Πέριν χαμήλωσε το ματογυάλι για να την αγριοκοιτάξει. Οι υπόλοιποι τους είχαν ακολουθήσει και τώρα όλοι ήταν ξαπλωμένοι μπρούμυτα μέσα στο χιόνι, κατά μήκος της κορυφογραμμής. Οι Διποταμίτες πάσχιζαν να κρατήσουν τις χορδές των τόξων τους ψηλότερα από το χιόνι, χωρίς όμως να φαίνονται τα ανασηκωμένα τόξα πάνω από την κορυφή της ράχης. Ο Αργκάντα κι ο Γκαλίν χρησιμοποιούσαν τα δικά τους ματογυάλια για να μελετήσουν το στρατόπεδο που απλωνόταν κάτω από τα πόδια τους, ενώ ο Γκρέηντυ κοιτούσε στην κατωφέρεια με το πηγούνι ακουμπισμένο στις παλάμες του και βλέμμα εξίσου έντονο με αυτό των δύο στρατιωτών. Ίσως έκανε χρήση της Δύναμης με κάποιον τρόπο. Η Μαρλίν με την Ανούρα ατένιζαν κι αυτές το στρατόπεδο. Η Άες Σεντάι έγλειφε τα χείλη της, ενώ η Σοφή ήταν συνοφρυωμένη. Ο Πέριν δεν πίστευε πως η Μαρλίν είχε σκοπό να μιλήσει.