Προς Βορρά και Νότο, η γη είχε ξεχερσωθεί από την πόλη περισσότερο από το ύψωμα στο οποίο βρισκόταν ο Πέριν. Σκόρπιες αγροικίες, καμία με καπνό να βγαίνει από την καμινάδα της, έστιζαν το τοπίο, ενώ φράχτες οριοθετούσαν τους αγρούς κάτω από το χιόνι, αλλά αν μια χούφτα άντρες πάσχιζαν να προσεγγίσουν από κάθε κατεύθυνση, θα γίνονταν αντιληπτοί σαν να κουβαλούσαν πυρσούς και λάβαρα ή σαν να σάλπιζαν. Φαινόταν να υπάρχει κάποιος δρόμος που —χοντρικά— οδηγούσε νότια περνώντας μέσα από τους αγρούς, κι άλλος ένας που —επίσης χοντρικά— οδηγούσε βόρεια. Πιθανότατα, δεν χρησίμευαν σε κάτι, αλλά ποτέ δεν ξέρεις. Ο Τζόνταϊν ίσως έφερνε καμιά πληροφορία σχετικά με την πόλη, αν κι ο Πέριν αδυνατούσε να φανταστεί ποια χρησιμότητα θα είχε κάτι τέτοιο, τη στιγμή που βρισκόταν κυκλωμένη από τους Σάιντο. Ο Γκαούλ κι οι Κόρες που κινούνταν περιμετρικά του καταυλισμού θα μπορούσαν ίσως να του πουν τι υπήρχε πέρα από την επόμενη ράχη. Ο αυχένας μιας ράχης μπορούσε κάλλιστα να μοιάζει με δρόμο που οδηγούσε κάπου ανατολικά. Παραδόξως, μια αρμαθιά ανεμόμυλοι υψώνονταν περίπου ένα μίλι βόρεια από τον αυχένα της ράχης σαν μακρόστενα λευκά μπράτσα που γύριζαν με αργό ρυθμό, με φόντο άλλη μια αρμαθιά ανεμόμυλων στην κορυφή της επόμενης κορυφογραμμής, πιο πέρα. Μια σειρά αψίδες σαν μακρόστενες γέφυρες εκτείνονταν μέχρι χαμηλά στην πλαγιά, από τους κοντινότερους ανεμόμυλους έως τα τείχη της πόλης.
«Ξέρει κανείς τι είναι αυτό;» ρώτησε ο Πέριν, δείχνοντας προς τα εκεί. Το κοίταξε μέσα από το ματογυάλι, αλλά δεν έβγαλε κάποιο συμπέρασμα, πέρα από το ότι έμοιαζε φτιαγμένο από την ίδια γκρίζα πέτρα με το τείχος. Το πράγμα έμοιαζε πολύ στενό για γέφυρα, αφού στερούνταν πλευρικών τοιχωμάτων, και δεν έμοιαζε να έχει κάποια χρησιμότητα.
«Φέρνουν νερό μ’ αυτό», εξήγησε η Σούλιν. «Εκτείνεται σε απόσταση πέντε μιλίων, προς μια λίμνη. Δεν έχω ιδέα γιατί δεν έχτισαν την πόλη τους πιο κοντά, αλλά θαρρώ πως το μεγαλύτερο μέρος της περιοχής γύρω από τη λίμνη θα μετατραπεί σε λάσπη μόλις φύγει η παγωνιά». Δεν σκόνταφτε πια σε ανοίκειες λέξεις όπως «λάσπη», αλλά μια χροιά δέους ακούστηκε όταν πρόφερε τη λέξη «λίμνη», μόνο και μόνο στην ιδέα της συσσώρευσης τόσου υδάτινου όγκου σε ένα σημείο. «Εκέφτεσαι να εμποδίσεις την παροχή νερού; Αυτό σίγουρα θα τους ανάγκαζε να βγουν». Καταλάβαινε απόλυτα τη λογική πίσω από τον πόλεμο του νερού. Οι περισσότερες μάχες στην Ερημιά ξεκινούσαν με αφορμή το συγκεκριμένο ζήτημα. «Δεν νομίζω, όμως, πως...»
Τα χρώματα εξερράγησαν μέσα στο κεφάλι του Πέριν, μια έκρηξη χρωματικών τόνων τόσο δυνατή, που τον έκανε να χάσει την όραση και την ακοή του. Η όρασή του διέκρινε μόνο τα χρώματα να δημιουργούν μια απέραντη παλίρροια, λες κι όλες οι φορές που τα είχε απωθήσει είχαν σχηματίσει ένα φράγμα, το οποίο διαλύθηκε με έναν σιωπηλό κατακλυσμό. Αηχες δίνες πάσχιζαν να τον ρουφήξουν. Και στο μέσον όλου αυτού του συμφύρματος σχηματιζόταν μια εικόνα, ο Ραντ με τη Νυνάβε να κάθονται κατάχαμα αντικρίζοντας ο ένας τον άλλον, τόσο ξεκάθαρα σαν να βρίσκονταν ακριβώς μπροστά του. Όχι, δεν είχε χρόνο να σκεφτεί τον Ραντ! Γαντζωμένος από τα χρώματα σαν τον πνιγμένο που παλεύει να φτάσει στην επιφάνεια, τα-πέταξε-μακριά!
Η όραση κι η ακοή του πραγματικού κόσμου τον κατέκλυσαν.
«...είναι τρέλα», έλεγε ο Γκρέηντυ με ανήσυχη χροιά στη φωνή του. «Κανείς δεν μπορεί να χαλιναγωγήσει τόσο σαϊντίν, ώστε να τον διαισθάνομαι από τόσο μακριά! Κανείς!»
«Και καμία δεν μπορεί να χαλιναγωγήσει τόσο σαϊντάρ», μουρμούρισε η Μαρλίν. «Κι όμως, φαίνεται πως κάποια το κάνει ήδη».
«Οι Αποδιωγμένοι;» Η φωνή της Ανούρα έτρεμε. «Οι Αποδιωγμένοι, χρησιμοποιώντας κάποιο σα’ανγκριάλ για το οποίο δεν έχουμε την παραμικρή ιδέα. Ή αυτοί ή... ο ίδιος ο Σκοτεινός».
Ατένιζαν κι οι τρεις τους πίσω, προς τα βορειοδυτικά. Μπορεί η Μαρλίν να φάνταζε πιο ψύχραιμη από την Ανούρα και τον Γκρέηντυ, αλλά η οσμή της ανέδιδε αντίστοιχο φόβο κι ανησυχία. Εκτός από τον Ιλάυας, οι υπόλοιποι παρακολουθούσαν τους τρεις τους με τόση ένταση, λες και περίμεναν να τους ανακοινώσουν ότι είχε ξεκινήσει το καινούργιο Τσάκισμα του Κόσμου. Μια έκφραση αποδοχής είχε χαραχτεί στο πρόσωπο του Ιλάυας. Ένας λύκος που πέφτει με την κατολίσθηση οδεύει προς τον θάνατο, αλλά ένας λύκος ξέρει πολύ καλά ότι ο θάνατος θα έρθει αργά ή γρήγορα, και δεν μπορείς να πολεμήσεις τον θάνατο.