«Ο Ραντ είναι», μουρμούρισε βαριά ο Πέριν. Αναρρίγησε, καθώς τα χρώματα πάσχισαν να κάνουν ξανά την εμφάνισή τους, αλλά τα απώθησε. «Δικιά του δουλειά είναι. Για ό,τι κι αν πρόκειται, θα το αναλάβει εκείνος». Όλοι κοιτούσαν προς το μέρος του, ακόμα κι ο Ιλάυας. «Σούλιν, χρειάζομαι αιχμαλώτους. Θα πρέπει να έχουν στείλει κυνηγετικές ομάδες. Ο Ιλάυας λέει πως έχουν τοποθετήσει μικρές φρουρές σε ακτίνα λίγων μιλίων. Μπορείς να μου εξασφαλίσεις μερικούς αιχμαλώτους;»
«Άκουσέ με προσεκτικά», είπε η Ανούρα, κι οι λέξεις ξεχύθηκαν σαν χείμαρρος από το στόμα της. Ανασηκώθηκε από το χιόνι, άπλωσε το χέρι της πάνω από τη Μαρλίν κι έπιασε γερά με τη χούφτα της τον μανδύα του Πέριν. «Κάτι συμβαίνει, ίσως υπέροχο, ίσως τρομερό, αλλά οπωσδήποτε σπουδαίο, πιθανότατα περισσότερο από οποιοδήποτε γεγονός στα καταγεγραμμένα χρονικά! Πρέπει να μάθουμε τι είναι! Ο Γκρέηντυ μπορεί να μας πάει μέχρι εκεί και να πλησιάσουμε αρκετά για να δούμε τι γίνεται. Θα μπορούσα να το κάνω ακόμα κι εγώ, αν ήξερα τις υφάνσεις. Πρέπει να μάθουμε!»
Ο Πέριν την κοίταξε κατάματα κι ύψωσε το χέρι του. Η Ανούρα σταμάτησε κι απέμεινε με το στόμα ορθάνοικτο. Οι Άες Σεντάι ποτέ δεν έπαυαν να μιλούν τόσο εύκολα, κάτι που δεν συνέβη ωστόσο στην περίπτωση της Ανούρα. «Σου είπα περί τίνος πρόκειται. Η δουλειά μας είναι εκεί κάτω, ακριβώς μπροστά μας. Σούλιν;»
Το κεφάλι της Σούλιν τινάχτηκε, στρεφόμενο πρώτα στον Πέριν, έπειτα στην Άες Σεντάι και κατόπιν στη Μαρλίν. Τελικά, η γυναίκα ανασήκωσε αδιάφορα τους ώμους της. «Δεν θα μάθεις πολλά, ακόμα κι αν τους ανακρίνεις. Θα συμφιλιωθούν με τον πόνο και θα σου γελάσουν κατάμουτρα. Η ντροπή αργεί να έρθει — αν υποθέσουμε πως αυτοί οι Σάιντο μπορούν να αισθανθούν ντροπή».
«Ό,τι κι αν μάθω, καλό θα είναι, συγκριτικά με όσα ξέρω μέχρι στιγμής», αποκρίθηκε ο Πέριν. Τον περίμενε δουλειά. Έπρεπε να λύσει έναν γρίφο, να ελευθερώσει τη Φάιλε και να καταστρέψει τους Σάιντο. Αυτά ήταν τα μόνα σημαντικά πράγματα στον κόσμο.
9
Παγίδες
«Και παραπονέθηκε ξανά πως οι άλλες Σοφές είναι φοβητσιάρες», ολοκλήρωσε με την πιο μειλίχια φωνή της η Φάιλε, μετακινώντας το ψηλό καλάθι που ισορροπούσε στον έναν της ώμο, και χοροπηδώντας από το ένα πόδι στο άλλο μες στο λασπωμένο χιόνι. Το καλάθι δεν ήταν βαρύ, αν και γεμάτο με βρώμικα ρούχα, και το μάλλινο ύφασμα του λευκού φορέματός της ήταν παχύ και ζεστό, με ακόμα δύο εσώρουχα από μέσα. Όμως, οι μαλακές, πέτσινες και ξασπρισμένες μπότες της δεν την προστάτευαν και πολύ από το παγωμένο λασπόχιονο. «Μου είπαν ότι πρέπει να αναφέρω επακριβώς τι είπε η Σοφή Σεβάνα», πρόσθεσε βιαστικά. Η Σόμεριν ήταν μία από τις «άλλες» Σοφές και το στόμα της καμπύλωσε μόλις άκουσε τη λέξη «φοβητσιάρες».
Με τα μάτια της χαμηλωμένα, η Φάιλε δεν μπορούσε να διακρίνει και πολλά από το πρόσωπο της Σόμεριν. Οι γκαϊ’σάιν όφειλαν να είναι ταπεινοί, ειδικά όσοι δεν ήταν Αελίτες, και μολονότι κοίταξε ανάμεσα από τα βλέφαρά της για να διακρίνει την έκφραση της Σόμεριν, η γυναίκα ήταν ψηλότερη από τους περισσότερους άντρες, ακόμα κι από Αελίτες, μοιάζοντας πιότερο με χρυσομάλλη γίγαντα που ορθωνόταν από πάνω της. Το μόνο που μπορούσε να δει σχετικά εύκολα ήταν το τεράστιο στήθος της Σόμεριν με το πλαδαρό κι ηλιοκαμένο χώρισμα, εκτεθειμένο λόγω μιας μπλούζας άδετης μέχρι τα μισά του ντεκολτέ και καλυμμένο κυρίως από ένα σύμφυρμα μακριών περιδεραίων με φλογόσιαλες, σμαράγδια, ρουμπίνια κι οπάλια, τρεις νημάτινες βαθμίδες μεγάλων μαργαριταριών και περίτεχνα διακοσμημένες χρυσές αλυσίδες. Οι περισσότερες Σοφές φαίνονταν να αντιπαθούν τη Σεβάνα, η οποία «μιλούσε εκ μέρους του αρχηγού» έως ότου οι Σάιντο εξέλεγαν νέο αρχηγό φυλής, κάτι που μάλλον δεν θα συνέβαινε πολύ σύντομα, και προσπαθούσαν διαρκώς να υπονομεύσουν την εξουσία της, όποτε τουλάχιστον δεν καυγάδιζαν αναμεταξύ τους ή δεν σχημάτιζαν κλίκες, αν και μερικές μοιράζονταν την αγάπη που έτρεφε η Σεβάνα για τα κοσμήματα των υδρόβιων, ενώ άλλες είχαν ήδη αρχίσει να τη μιμούνται φορώντας δαχτυλίδια. Στο δεξί της χέρι, η Σόμεριν φορούσε ένα τεράστιο λευκό οπάλιο, που ακτινοβολούσε μέσα από πορφυρές κοιλότητες όποτε η γυναίκα τακτοποιούσε την εσάρπα της, ενώ στο αριστερό είχε περασμένο ένα μακρόστενο μπλε ζαφείρι, τριγυρισμένο από ρουμπίνια. Ωστόσο, δεν είχε ακολουθήσει τη μόδα των μεταξωτών ενδυμάτων. Η μπλούζα της ήταν φτιαγμένη από απλό λευκό αλγκόντ από την Ερημιά, ενώ η φούστα κι η εσάρπα της από παχύ μαλλί, σκούρο σαν το διπλωμένο μαντίλι που συγκρατούσε τα μακριά χρυσαφένια μαλλιά της, για να μην πέφτουν στο πρόσωπό της. Δεν έδειχνε να ενοχλείται διόλου από το κρύο.