Выбрать главу

Οι δυο τους στέκονταν λίγο πιο πέρα από το σημείο που η Φάιλε θεωρούσε ως σύνορο ανάμεσα στον καταυλισμό των Σάιντο και το στρατόπεδο των γκαϊ’σάιν —στρατόπεδο αιχμαλώτων— αν και στην πραγματικότητα δεν ήταν δύο οι καταυλισμοί στρατόπεδα. Μερικοί γκαϊ’σάιν κοιμούνταν ανάμεσα στους Σάιντο, αλλά τους υπόλοιπους τους είχαν τοποθετήσει στο κέντρο του καταυλισμού μέχρι να φέρουν σε πέρας την εργασία που τους είχαν αναθέσει, απλοί φουκαράδες που ένα τείχος από Σάιντο τούς απέτρεπε από το δέλεαρ της ελευθερίας. Οι περισσότεροι από τους άντρες και τις γυναίκες που τους προσπερνούσαν φορούσαν τους λευκούς χιτώνες των γκαϊ’σάιν, αν κι ελάχιστοι ήταν καλοραμμένοι σαν αυτόν που φορούσε η γυναίκα. Έχοντας να ντύσουν τόσο πολύ κόσμο, οι Σάιντο μάζευαν όποιο είδος λευκού ρούχου έβρισκαν. Μερικοί ήταν ντυμένοι με στρώματα από τραχύ λινό ή με πετσέτες ή ρόμπες από σκληρό ύφασμα, κατάλληλο μονάχα για σκηνές, ενώ πολλά από τα ρούχα ήταν λερωμένα με λασπουριές ή καπνιά. Πού και πού μόνο, κάποιος από τους γκαϊ’σάιν ανασηκωνόταν και τότε αντίκριζες τα ανοιχτόχρωμα μάτια ενός Αελίτη. Η πλειονότητα αποτελούνταν από κοκκινοπρόσωπους Αμαδισιανούς, ελαιόχρωμους Αλταρανούς και χλωμούς Καιρχινούς, παρέα με περιστασιακούς ταξιδιώτες ή εμπόρους από το Ίλιαν, το Τάραμπον ή άλλο μέρος, οι οποίοι είχαν βρεθεί στον λάθος τόπο τη λάθος στιγμή. Οι Καιρχινοί ήταν εκείνοι που κρατούνταν αιχμάλωτοι περισσότερο, ενώ ταυτόχρονα ήταν οι πιο παρατημένοι και παραδομένοι στην κατάστασή τους, εκτός από μια χούφτα ασπροντυμένων Αελιτών. Όλοι τους, όμως, είχαν το βλέμμα χαμηλωμένο κι ασχολούνταν με τις εργασίες τους, όσο τουλάχιστον τους επέτρεπε ο πατημένος πολτός από χιόνι και λάσπη. Οι γκαϊ’σάιν υποτίθεται πως έπρεπε να δείχνουν ταπεινοφροσύνη κι υπακοή και να υποστηρίζουν ένθερμα αυτές τις δύο έννοιες. Οτιδήποτε λιγότερο, είχε ως αποτέλεσμα μια οδυνηρή υπενθύμιση.

Η Φάιλε πολύ θα ήθελε να προχωρήσει πιο γρήγορα. Όχι τόσο εξαιτίας των παγωμένων ποδιών της, ούτε επειδή βιαζόταν να τελειώνει με την μπουγάδα της Σεβάνα. Όλο και κάποια μάτια θα μπορούσαν να τη δουν δημοσίως μαζί με τη Σόμεριν, ενώ ακόμα κι η βαθιά κουκούλα που έκρυβε το πρόσωπό της, η πλατιά, διχτυωτή ζώνη με τους λαμπερούς, χρυσαφιούς κρίκους γύρω από τη μέση της κι ο κλειστός, ταιριαστός γιακάς μαρτυρούσαν πως δεν ήταν παρά κάποια από τους υπηρέτες της Σεβάνα. Κανείς δεν τους αποκαλούσε έτσι —στα μάτια των Αελιτών, άλλωστε, φαινόταν πολύ υποτιμητικό να είσαι υπηρέτης— αλλά, οι υδρόβιοι τουλάχιστον, δεν έπαυαν να είναι υπηρέτες, και μάλιστα κακοπληρωμένοι, με λιγότερα δικαιώματα και πολύ λιγότερες ελευθερίες απ’ όσες είχε φανταστεί ποτέ της. Αργά ή γρήγορα, η ίδια η Σεβάνα θα μάθαινε ότι οι Σοφές είχαν απαγορεύσει στους γκαϊ’σάιν της να κάνουν ερωτήσεις στους υπηρέτες. Η Σεβάνα διέθετε πάνω από εκατό υπηρέτες και συνέχιζε να τους αυξάνει, κι η Φάιλε ήταν σίγουρη πως ο καθένας τους, μέχρι τον τελευταίο, επαναλάμβανε κάθε λέξη που άκουγε να λέει η Σεβάνα στις Σοφές.

Ήταν μια άγρια αλλά πολύ αποτελεσματική παγίδα. Η Σεβάνα ήταν σκληρή αφέντρα, περιστασιακά τουλάχιστον. Δεν αντιμιλούσε ποτέ και σπάνια ήταν εμφανώς θυμωμένη, αλλά ακόμα κι η παραμικρή παράβαση, το πιο μικρό ολίσθημα στη διαγωγή ή στη συμπεριφορά, τιμωρούνταν άμεσα με το μαστίγιο ή το λουρί. Επιπλέον, κάθε βράδυ, οι πέντε γκαϊ’σάιν από τους οποίους είχε μείνει λιγότερο ευχαριστημένη κατά τη διάρκεια της μέρας τιμωρούνταν ακόμη περισσότερο. Υπήρχαν φορές που, ύστερα από τον ξυλοδαρμό, τους φίμωνε ολονυχτίς για να παραδειγματιστούν οι υπόλοιποι. Η Φάιλε δεν ήθελε καν να σκεφτεί τι θα έκανε αυτή η γυναίκα αν ανακάλυπτε κάποιον κατάσκοπο. Από την άλλη, οι Σοφές είχαν ξεκαθαρίσει πως όποιος δεν μιλούσε ανοιχτά για όσα άκουγε, κρατώντας μυστικά ή προσπαθώντας να διαπραγματευτεί, θα αντιμετώπιζε ένα αβέβαιο μέλλον και θα κατέληγε πιθανότατα σε κάποιον ρηχό τάφο. Το να κάνει κανείς κακό σε γκαϊ’σάιν πέρα από το επιτρεπτό όριο πειθαρχίας θεωρούνταν παράβαση του τζι’ε’τόχ, του δικτύου τιμής και καθήκοντος που κυβερνούσε τις ζωές των Αελιτών, αλλά φαίνεται πως οι υδρόβιοι γκαϊ’σάιν εξαιρούνταν από ορισμένους κανόνες.

Αργά ή γρήγορα, κάποια πλευρά εκείνης της παγίδας θα έκλεινε ερμητικά. Το μόνο που τη διατηρούσε ακόμα ανοικτή για τόσο μεγάλο χρονικό διάστημα ήταν ότι οι Σάιντο αντιμετώπιζαν τον κάθε υδρόβιο γκαϊ’σάιν σαν υποζύγιο άμαξας, αν και στην πραγματικότητα τα ζώα τύγχαναν πολύ καλύτερης μεταχείρισης. Πού και πού, όλο και κάποιος γκαϊ’σάιν πάσχιζε να δραπετεύσει, κατά τ’ άλλα όμως τους έδιναν τροφή και στέγη, τους ανέθεταν δουλειές και τους τιμωρούσαν αν δεν τα έβγαζαν πέρα. Έτσι, οι μεν Σοφές δεν περίμεναν πια κανενός είδους ανυπακοή κι η Σεβάνα δεν περίμενε να την κατασκοπεύουν. Αμφότερες το θεωρούσαν τόσο απίθανο όσο το ν’ άρχιζε ένα άλογο να τραγουδάει. Ωστόσο, αργά ή γρήγορα... Κι αυτή δεν ήταν η μοναδική παγίδα στην οποία είχε πιαστεί η Φάιλε.