Выбрать главу

«Δεν έχω να προσθέσω κάτι, Σοφή», μουρμούρισε όταν η Σόμεριν δεν είπε τίποτα. Μόνο αν ήσουν βαρεμένος στο μυαλό, θα απομακρυνόσουν από μια Σοφή προτού σε αποπέμψει εκείνη. «Η Σοφή Σεβάνα μιλάει με άνεση μπροστά μας, αλλά δεν λέει και πολλά».

Η ψηλή γυναίκα παρέμεινε σιωπηλή και, ύστερα από κάμποση ώρα, η Φάιλε τόλμησε να ανασηκώσει κάπως το βλέμμα της. Η Σόμεριν ατένιζε πάνω από το κεφάλι της Φάιλε, εμβρόντητη και με το στόμα ορθάνοικτο. Συνοφρυωμένη, η Φάιλε μετακίνησε το καλάθι στον ώμο της και κοίταξε πίσω της, αλλά δεν είδε κάτι που να δικαιολογεί την έκφραση της Σόμεριν. Το μόνο που αντίκρισε ήταν ο καταυλισμός που απλωνόταν έως πέρα, με τις σκούρες, χαμηλές σκηνές των Αελιτών ανακατεμένες με μυτερές, περιτοιχισμένες και κάθε άλλου είδους σκηνές, οι περισσότερες εκ των οποίων είχαν αποχρώσεις μουντού λευκού ή ωχρού καφέ, ενώ άλλες ήταν πράσινες, γαλάζιες, κόκκινες, ακόμα και ριγωτές. Όταν οι Σάιντο χτυπούσαν ένα μέρος, άρπαζαν οτιδήποτε είχε αξία ή μπορούσε να αποδειχτεί χρήσιμο, ενώ δεν άφηναν το παραμικρό που θα μπορούσε να θυμίζει σκηνή.

Όπως είχαν τα πράγματα, ήταν αδύνατον να κρυφτούν για πολύ. Εδώ ήταν μαζεμένες δέκα σέπτες, πάνω από εβδομήντα χιλιάδες Σάιντο κι άλλοι τόσοι γκαϊ’σάιν, σύμφωνα με τους υπολογισμούς της, ενώ όπου κι αν κοίταζε, έβλεπε τις συνηθισμένες δραστηριότητες: Αελίτες ντυμένους στα σκούρα, να ασχολούνται με καθημερινά θέματα ανάμεσα σε ασπροντυμένους αιχμαλώτους που πηγαινοέρχονταν. Ένας σιδηρουργός δούλευε τους φυσητήρες της καμίνου του μπροστά από μία ανοικτή σκηνή, με τα εργαλεία του απλωμένα σ’ ένα κατεργασμένο τομάρι ταύρου, παιδιά οδηγούσαν με βίτσες κοπάδια από πρόβατα που βέλαζαν, και μια εμπόρισσα επιδείκνυε τα καλούδια της σε ένα ανοικτό περίπτερο από κίτρινο μουσαμά. Όλο της το εμπόρευμα, τα χρυσά κηροπήγια, τα ασημένια μπολ, τα δοχεία κι οι χύτρες, προερχόταν από πλιάτσικο. Ένας λιγνός άντρας που προπορευόταν μ’ ένα άλογο μιλούσε με μια γκριζομάλλα Σοφή ονόματι Μέιζαλιν, ψάχνοντας αναμφίβολα τη θεραπεία για κάποια ασθένεια του ζώου του. Αυτό, τουλάχιστον, μαρτυρούσε ο τρόπος που επέμενε να δείχνει την κοιλιά του αλόγου. Τίποτα απ’ όλα αυτά δεν έκανε εντύπωση στη Σόμεριν.

Η Φάιλε ήταν έτοιμη να γυρίσει, όταν πρόσεξε μια μαυρομάλλα Αελίτισσα που κοιτούσε από την άλλη μεριά. Τα μαλλιά της δεν ήταν απλώς μαύρα αλλά μελανά σαν φτερά κόρακα, κάτι εξαιρετικά σπάνιο για τους Αελίτες. Ακόμα κι από πίσω, η Φάιλε νόμισε πως αναγνώρισε την Άλαρυς, άλλη μία από τις Σοφές. Υπήρχαν πάνω από τετρακόσιες Σοφές στο στρατόπεδο, αλλά είχε εξασκηθεί να τις αναγνωρίζει όλες με την πρώτη ματιά. Αν έκανες λάθος και μπέρδευες μια Σοφή με υφάντρα ή αγγειοπλάστρια, το μόνο που κέρδιζες ήταν ένα μαστίγωμα.

Μπορεί και να μη σήμαινε τίποτα το γεγονός ότι η Άλαρυς στεκόταν ακίνητη σαν ξόανο ατενίζοντας προς την ίδια κατεύθυνση με τη Σόμεριν, ή ότι είχε αφήσει την εσάρπα της να γλιστρήσει στο έδαφος, μόνο που λίγο πιο πέρα η Φάιλε αναγνώρισε μία ακόμη Σοφή, η οποία κοιτούσε επίσης βορειοδυτικά, χαστουκίζοντας όποιον έμπαινε μπροστά της. Θα πρέπει να ήταν η Τζεσαίν, μια γυναίκα κοντή ακόμα και για Αελίτισσα, με έναν θύσανο μαλλιών τόσο κόκκινων, ώστε κι η ίδια η φωτιά ωχριούσε μπροστά τους, κι εξίσου φλογερή ιδιοσυγκρασία. Η Μέιζαλιν μιλούσε στον έφιππο άντρα, κάνοντας χειρονομίες προς το μέρος του αλόγου. Δεν μπορούσε να διαβιβάσει, αλλά τρεις ακόμα Σοφές που είχαν αυτή τη δυνατότητα κοιτούσαν προς την ίδια κατεύθυνση, κι αυτό μόνο ένα πράγμα μπορούσε να σημαίνει: έβλεπαν κάποιον εκεί πάνω, στη δασωμένη κορυφογραμμή πέρα από τον καταυλισμό, να διαβιβάζει. Το σίγουρο ήταν ότι μια Σοφή που διαβιβάζει δεν θα τις έκανε να κοιτάνε έτσι. Μήπως επρόκειτο για Άες Σεντάι, και μάλιστα παραπάνω από μία; Καλύτερα να μην έτρεφε φρούδες ελπίδες. Ήταν πολύ νωρίς ακόμα.

Μια καρπαζιά στο κεφάλι την ταρακούνησε και το καλάθι κόντεψε να της φύγει από τα χέρια.

«Τι στέκεσαι σαν βούρλο;» γρύλισε η Σόμεριν. «Εμπρός, κουνήσου, αλλιώς...!»

Η Φάιλε κινήθηκε, ισορροπώντας με το ένα της χέρι το καλάθι, ενώ με το άλλο ανασήκωνε τη φούστα του χιτώνα της για να μη σέρνεται μέσα στο λασπωμένο χιόνι, πασχίζοντας να κουνηθεί όσο πιο γρήγορα μπορούσε χωρίς να γλιστρήσει και να πέσει στον βόρβορο. Η Σόμεριν ποτέ δεν χτυπούσε και ποτέ δεν ύψωνε τη φωνή. Αν τύχαινε κάποια στιγμή να εφαρμόσει και τα δύο, ήταν καλύτερο να απομακρυνθείς δίχως καθυστέρηση. Ταπεινά κι υπάκουα.