Выбрать главу

Η περηφάνια της έλεγε να δείξει ψυχρή καταφρόνια, μια γαλήνια άρνηση να υποχωρήσει, αλλά η λογική υπαγόρευε ότι το μόνο που θα κατόρθωνε με αυτόν τον τρόπο θα ήταν να βρεθεί ακόμα πιο στενά φρουρούμενη. Μπορεί οι Σάιντο να θεωρούσαν τους υδρόβιους γκαϊ’σάιν κάτι σαν εξημερωμένα ζώα, αλλά δεν ήταν κι εντελώς τυφλοί. Μάλλον πίστευαν πως η Φάιλε είχε αποδεχτεί την αιχμαλωσία της ως κάτι αναπόφευκτο αν είχε την ικανότητα να δραπετεύσει, κάτι που βρισκόταν διαρκώς στο μυαλό της. Όσο πιο γρήγορα, τόσο καλύτερα. Αρκεί να μην την προλάβαινε ο Πέριν. Δεν αμφέβαλε στιγμή πως ο Πέριν θα την ακολουθούσε και πως, τελικά, θα την έβρισκε —ο άνθρωπος ήταν ικανός να περάσει μέσα από τοίχο αν το έβαζε στόχο!— αλλά έπρεπε να το σκάσει πριν τη βρει. Ήταν κόρη στρατιωτικού. Γνώριζε πολύ καλά πόσοι ήταν οι Σάιντο, όπως επίσης και τις δυνάμεις που έπρεπε να επιστρατεύσει ο Πέριν. Ήταν αναγκαίο να τον προφτάσει πριν ξεκινήσει η σύγκρουση. Πρώτα, όμως, έπρεπε να λύσει αυτό το προβληματάκι: να δραπετεύσει από τους Σάιντο.

Άραγε, τι κοιτούσαν οι Σοφές — μια Άες Σεντάι ή τις Σοφές που συνόδευαν τον Πέριν; Μα το Φως, ήλπιζε να μην είχε έρθει, όχι ακόμα! Ωστόσο, προηγούνταν άλλα ζητήματα, όπως η μπουγάδα. Κουβάλησε το καλάθι προς το μέρος των ερειπίων της πόλης Μάλντεν, περνώντας μέσα από ένα σταθερό ρεύμα γκαϊ’σάιν. Όσοι άφηναν την πόλη κουβαλούσαν μαζί τους ένα ζευγάρι βαριούς κάδους, που στηρίζονταν στις δύο άκρες ενός στύλου περασμένου στους ώμους τους, ενώ οι κάδοι όσων εισέρχονταν λικνίζονταν άδειοι στις άκρες των στύλων. Τόσο πολύς κόσμος που είχε συγκεντρωθεί στον καταυλισμό, είχε μεγάλη ανάγκη από νερό, κι ο μόνος τρόπος να το κουβαλήσουν ήταν με τους κάδους. Δεν ήταν δύσκολο να ξεχωρίσεις τους γκαϊ’σάιν πρώην κατοίκους της Μάλντεν. Καθότι βορειότερα της Αλτάρα, ήταν πιο ξανθοί παρά σταρένιοι, μερικοί μάλιστα είχαν και γαλανά μάτια, αλλά όλοι τους παραπατούσαν κι έμοιαζαν χαμένοι. Οι Σάιντο, σκαρφαλώνοντας στα τείχη κατά τη διάρκεια της νύχτας, είχαν καταστείλει οποιαδήποτε μορφή άμυνας πριν οι κάτοικοι πάρουν χαμπάρι ότι κινδύνευαν. Ακόμα και τώρα εξακολουθούσαν να μην πιστεύουν την τροπή που είχε πάρει η ζωή τους.

Η Φάιλε έψαξε να βρει ένα συγκεκριμένο πρόσωπο, κάποια που ήλπιζε να μην κουβαλούσε νερό σήμερα. Τη γύρευε από τότε που οι Σάιντο είχαν αποφασίσει να στήσουν εκεί καταυλισμό εδώ, τέσσερις μέρες πριν. Λίγο πιο έξω από τις πύλες της πόλης, οι οποίες παρέμεναν ανοικτές, ακουμπώντας πάνω στα γρανιτένια τείχη, τη βρήκε. Ήταν μια ασπροντυμένη γυναίκα, ψηλότερη από την ίδια, με ένα επίπεδο καλάθι γεμάτο ψωμί ακουμπισμένο στα γόνατα και την κουκούλα τραβηγμένη προς τα πίσω, έτσι ώστε μόλις να διακρίνεται ένα μέρος από τα σκουροκόκκινα μαλλιά της. Η Τσιάντ έμοιαζε να περιεργάζεται τους σιδερένιους ιμάντες των πυλών που απέτυχαν να προστατέψουν τη Μάλντεν, αλλά μόλις την πλησίασε η Φάιλε έστρεψε το βλέμμα της αλλού. Κάθισαν πλάι-πλάι, χωρίς στην πραγματικότητα να αλληλοκοιτάζονται, προσποιούμενες πως μετακινούσαν τα καλάθια τους. Δεν υπήρχε κανένας λόγος να μη μιλούν μεταξύ τους δύο γκαϊ’σάιν, αλλά κανείς δεν έπρεπε να θυμηθεί ότι είχαν πιαστεί μαζί αιχμάλωτες. Η Μπάιν κι η Τσιάντ δεν επιτηρούνταν τόσο στενά όσο οι γκαϊ’σάιν που υπηρετούσαν τη Σεβάνα, αλλά αυτό θα μπορούσε κάλλιστα να αλλάξει αν κάποιος θυμόταν κάτι. Σχεδόν όλοι οι παρευρισκόμενοι ήταν γκαϊ’σάιν, κάτι που ίσχυε και για όσους βρίσκονταν δυτικά του Δρακότειχους, αλλά δεν ήταν λίγοι αυτοί που αποκτούσαν εύνοια διαδίδοντας διάφορες ιστορίες και φήμες. Οι περισσότεροι άνθρωποι έκαναν οτιδήποτε προκειμένου να επιβιώσουν, μερικοί μάλιστα δεν δίσταζαν να πατήσουν επί πτωμάτων, χωρίς να υπολογίζουν τις συνέπειες.

«Απέδρασαν την πρώτη κιόλας νύχτα», μουρμούρισε η Τσιάντ. «Η Μπάιν κι εγώ τις οδηγήσαμε μέχρι τα δέντρα και καλύψαμε τα ίχνη στον γυρισμό. Απ’ όσο μπορώ να καταλάβω, κανείς δεν έχει πάρει χαμπάρι το φευγιό τους. Με τόσους γκαϊ’σάιν μαζεμένους, είναι πολύ παράξενο που οι Σάιντο προσέχουν ότι κάποιος λείπει».

Η Φάιλε άφησε έναν ελαφρύ στεναγμό ανακούφισης. Είχαν περάσει ήδη τρεις μέρες κι οι Σάιντο συνήθως πρόσεχαν τους δραπέτες. Ελάχιστοι ήταν εκείνοι που απολάμβαναν έστω και μία μέρα ελευθερίας, αλλά οι πιθανότητες επιτυχίας αυξάνονταν μέρα με τη μέρα, και φάνταζε σχεδόν σίγουρο ότι οι Σάιντο θα μετακινούνταν αύριο ή, το πολύ, μεθαύριο. Όσον καιρό ήταν αιχμάλωτη η Φάιλε, ποτέ δεν είχαν μείνει τόσο πολύ σε ένα μέρος. Η Φάιλε υποπτευόταν πως ίσως προσπαθούσαν να προχωρήσουν προς τα πίσω, στο Δρακότειχος, να το διασχίσουν ξανά και να βγουν στην Ερημιά.