Δεν ήταν τόσο εύκολο να πείσει τη Λασίλ και την Αρέλα να φύγουν δίχως την ίδια. Αυτό που τις έπεισε τελικά ήταν ότι θα πληροφορούσαν τον Πέριν για το πού βρισκόταν η Φάιλε και για το πόσοι Σάιντο ήταν μαζεμένοι. Βέβαια, θα έπρεπε να τον ενημερώσουν επίσης ότι η Φάιλε ετοίμαζε την απόδρασή της κι οποιαδήποτε επέμβαση εκ μέρους του ίσως έθετε σε κίνδυνο και το σχέδιο και την ίδια. Ήταν σίγουρη ότι τις είχε κάνει να τα πιστέψουν όλα αυτά —από μια άποψη, άλλωστε, όντως ήταν στο χέρι της να δραπετεύσει, μια κι είχε διάφορα σχέδια και, λογικά, ένα από αυτά θα δούλευε— αλλά μέχρι εκείνη τη στιγμή ακόμη κι η ίδια ήταν σχεδόν πεπεισμένη πως οι δύο γυναίκες θα έκριναν ότι οι όρκοι που είχαν πάρει στο όνομά της απαιτούσαν να παραμείνουν μαζί της. Από πολλές απόψεις, οι Υδάτινοι όρκοι ήταν πιο αυστηροί από τους όρκους πίστης αν κι, εν ονόματι της τιμής, ορισμένες εκφάνσεις τους θα μπορούσαν κάλλιστα να ερμηνευθούν ως βλακώδεις. Η αλήθεια ήταν ότι δεν είχε ιδέα κατά πόσον οι δύο γυναίκες θα κατάφερναν να βρουν τον Πέριν, αλλά σε κάθε περίπτωση, ήταν ελεύθερες πια και δεν είχε να ανησυχεί παρά μόνο για τις άλλες. Βέβαια, η απουσία τριών υπηρετριών της Σεβάνα θα γινόταν γρήγορα αντιληπτή, ίσως μέσα σε λίγες ώρες, κι οι καλύτεροι ανιχνευτές θα βρίσκονταν στο κατόπι τους για να τις φέρουν πίσω. Η Φάιλε ήταν εξοικειωμένη με τα δάση, αλλά ήξερε πολύ καλά τι σήμαινε να τα βάζει κανείς με Αελίτες ανιχνευτές. Ήταν μια πολύ δυσάρεστη διαδικασία για τους «κοινούς» γκαϊ’σάιν που το έσκαγαν και συλλαμβάνονταν ξανά. Όσον αφορά στους γκαϊ’σάιν της Σεβάνα, καλύτερα να πέθαιναν στην προσπάθεια. Δεν θα είχαν ποτέ την ευκαιρία να ξαναπροσπαθήσουν, στην καλύτερη των περιπτώσεων.
«Θα υπάρξουν καλύτερες ευκαιρίες για τις υπόλοιπες από εμάς αν εσύ κι η Μπάιν έρθετε μαζί μας», είπε χαμηλόφωνα. Το ρεύμα των λευκοντυμένων αντρών και γυναικών που τους προσπερνούσαν κουβαλώντας νερό συνεχιζόταν ακάθεκτη, χωρίς κανείς τους να ρίχνει ματιές προς το μέρος τους, αλλά η ψυχή της είχε μουλιάσει στην επιφυλακτικότητα τις τελευταίες δύο βδομάδες. Μα το Φως, της φαινόταν πως είχαν περάσει δύο χρόνια! «Τι διαφορά υπάρχει μεταξύ της βοήθειας προς τη Λασίλ και την Αρέλα να φθάσουν στο δάσος και της βοήθειας προς τις υπόλοιπες από εμάς να ξεφύγουμε;» Λόγια απόγνωσης. Η Φάιλε γνώριζε τη διαφορά —η Μπάιν κι η Τσιάντ ήταν φίλες της και της είχαν διδάξει τους τρόπους των Αελιτών, το τζι’ε’τόχ και λίγη χειρομιλία των Κορών— και δεν της έκανε εντύπωση όταν η Τσιάντ γύρισε ελαφρά το κεφάλι της για να την περιεργαστεί με το γκρίζο βλέμμα της, που δεν είχε τίποτα από την πραότητα των γκαϊ’σάιν. Το ίδιο ίσχυε και για τη φωνή της, παρ’ όλο που εξακολουθούσε να μιλάει σιγανά.
«Θα σας βοηθήσω όσο μπορώ, γιατί δεν είναι δίκαιο να σας κρατούν αιχμάλωτες οι Σάιντο. Δεν ακολουθείτε το τζι’ε’τόχ, ενώ εγώ το ακολουθώ. Αν βάλω στην άκρη την τιμή μου και τα καθήκοντά μου απλώς και μόνο επειδή το έκαναν οι Σάιντο, τους δίνω το δικαίωμα να πάρουν εκείνοι τις αποφάσεις για το πώς θα ενεργήσω εγώ. Θα είμαι ντυμένη στα λευκά επί έναν χρόνο και μία μέρα, κι έπειτα θα με ελευθερώσουν ή θα με αφήσουν να φύγω, αλλά δεν πρόκειται να αποκαλύψω ποια είμαι». Δίχως άλλη λέξη, η Τσιάντ απομακρύνθηκε μέσα στο πλήθος των γκαϊ’σάιν.
Η Φάιλε μισοσήκωσε το χέρι της για να τη σταματήσει, αλλά τελικά το άφησε να πέσει. Είχε κάνει και προηγουμένως την ίδια ερώτηση, παίρνοντας μια πιο ευγενική απάντηση, οπότε ρωτώντας ξανά, το μόνο που κατάφερε ήταν να προσβάλει τη φίλη της. Έπρεπε να ζητήσει συγγνώμη. Όχι για να σιγουρέψει τη βοήθεια εκ μέρους της Τσιάντ —δεν υπήρχε περίπτωση να της την αρνηθεί— αλλά για λόγους προσωπικής τιμής, ακόμα κι αν δεν ακολουθούσε το τζι’ε’τόχ. Αν προσβάλεις τους φίλους σου, δεν το ξεχνάς, και φυσικά δεν περιμένεις να το ξεχάσουν κι αυτοί. Οι συγγνώμες, ωστόσο, μπορούσαν να περιμένουν. Δεν διακινδύνευαν να τις δουν να μιλούν επί μακρόν.
Η Μάλντεν ήταν εύπορη πόλη, παραγωγός μαλλιού πρώτης τάξεως και μεγάλων ποσοτήτων εκλεκτού κρασιού, τώρα όμως είχε μεταβληθεί σε κενά ερείπια στο εσωτερικό των τειχών. Πολλά από τα σπίτια με τις σχιστολιθικές οροφές ήταν ξύλινα, ενώ άλλα πέτρινα, κι οι φωτιές είχαν θεριέψει ανεξέλεγκτα κατά τη διάρκεια του πλιάτσικου. Η νότια άκρη της πόλης ήταν κατά το ήμισυ σωροί από μαυρισμένα ξύλα, στολισμένα με παγοκρυστάλλους, και μισοκαψαλισμένοι, ασκεπείς τοίχοι. Όλοι οι δρόμοι, πλακόστρωτοι ή καλυμμένοι με βρωμιές, ήταν γκρίζοι από τις στάχτες που είχε φέρει ο άνεμος και που είχαν πατηθεί μαζί με το χιόνι, ενώ η πόλη ολάκερη βρωμούσε καρβουνιασμένο ξύλο. Το νερό ήταν κάτι που δεν είχε λείψει ποτέ από τη Μάλντεν, αλλά, όπως όλοι οι Αελίτες, οι Σάιντο είχαν ανεβάσει κατά πολύ την αξία του, άσε που δεν είχαν ιδέα πώς να καταπολεμήσουν τις φλόγες. Στην Ερημιά του Άελ, άλλωστε, δεν υπήρχαν και πολλά για να καούν. Θα μπορούσαν να αφήσουν όλη την πόλη να τυλιχτεί στις φλόγες μόλις τελείωναν με το πλιάτσικο κι, όπως είχαν τα πράγματα, αμφιταλαντεύονταν σχετικά με το πόσο νερό πήγαινε χαμένο πριν εξαναγκάσουν με τη βία τούς γκαϊ’σάιν να μπουν στη σειρά και να αρχίσουν να κουβαλάνε κουβάδες και τους άντρες της Μάλντεν να βγάλουν τις καρότσες με τις αντλίες. Η Φάιλε πίστεψε πως, αν μη τι άλλο, οι Σάιντο θα αντάμειβαν αυτούς τους άντρες επιτρέποντάς τους να φύγουν μαζί με όσους διέφυγαν έχοντας επιλεγεί ως γκαϊ’σάιν, αλλά οι άντρες που δούλευαν τις αντλίες ήταν νεαροί και με όλα τα προσόντα για γκαϊ’σάιν, όπως τουλάχιστον τους ήθελαν οι Σάιντο, οι οποίοι διατηρούσαν μεν κάποιους κανόνες σχετικά με τους γκαϊ’σάιν —όπως, για παράδειγμα, ότι οι έγκυοι κι όσες είχαν παιδιά κάτω των δέκα ετών αφήνονταν ελεύθερες, και το ίδιο ίσχυε για τους νεαρούς κάτω των δεκάξι και για τους σιδηρουργούς της πόλης, παρ’ ότι αμφότεροι ένιωθαν σαστισμένοι αλλά ευγνώμονες— αλλά η ευγνωμοσύνη ήταν μάλλον ανύπαρκτη ως έννοια.