Στους δρόμους έβλεπες σκορπισμένα έπιπλα, μεγάλα αναποδογυρισμένα τραπέζια, περίκομψα σεντούκια και καθίσματα, μια τσαλακωμένη κουρτίνα τοίχου ή σπασμένα πιατικά. Κομμάτια ρουχισμού κείτονταν παντού, πανωφόρια, παντελόνια και φορέματα, τα περισσότερα εκ των οποίων ήταν κουρελιασμένα. Οι Σάιντο είχαν αρπάξει οτιδήποτε φτιαγμένο από χρυσάφι ή ασήμι, ό,τι είχε επάνω του πολύτιμους λίθους ή ήταν χρήσιμο ή φαγώσιμο, αλλά τα έπιπλα μάλλον είχαν παραπεταχτεί μέσα στη φρενίτιδα του πλιάτσικου και κατόπιν είχαν εγκαταλειφθεί, μια κι όποιος προσπαθούσε να τα κουβαλήσει, αποφάσιζε πως ένα μικρό επίχρυσο κομμάτι εδώ κι εκεί ή ένα κομψοτέχνημα δεν ήταν αρκετά για να μπει στον κόπο. Ούτως ή άλλως, οι Αελίτες δεν χρησιμοποιούσαν καθίσματα —πλην των αρχηγών τους—, ενώ στις άμαξες και στις καρότσες δεν υπήρχε χώρος γι’ αυτά τα βαριά τραπέζια. Κάποιοι Σάιντο εξακολουθούσαν να περιπλανιούνται, ψάχνοντας στα σπίτια, στα χάνια και στα μαγαζιά για οτιδήποτε που θα μπορούσε να τους έχει ξεφύγει. Ωστόσο, οι περισσότεροι απ’ όσους έβλεπε ήταν γκαϊ’σάιν που κουβαλούσαν κάδους. Για τους Αελίτες, οι πόλεις ήταν αποθήκες για πλιάτσικο. Ένα ζευγάρι Κόρες την προσπέρασε, χρησιμοποιώντας τα κοντάκια των δοράτων τους για να εξωθήσουν έναν γυμνό άντρα με τρελαμένο βλέμμα και χέρια δεμένα πισθάγκωνα προς τη μεριά της πύλης. Χωρίς καμία αμφιβολία, ο τύπος είχε σκεφτεί πως μπορούσε να κρυφτεί σε κάποιο υπόγειο ή σοφίτα μέχρι να φύγουν οι Σάιντο. Χωρίς καμία αμφιβολία, οι Κόρες είχαν σκεφτεί πως μπορούσαν να βρουν κάποια κρύπτη με νομίσματα ή επίχρυσα σκεύη. Όταν ένας πελώριος άντρας με το χαρακτηριστικό καντιν’σόρ του αλγκάι’ντ’σισβάι μπήκε μπροστά της, η Φάιλε πάσχισε να περάσει από δίπλα του όσο πιο διακριτικά μπορούσε. Μια γκαϊ’σάιν πάντα κάνει χώρο για να περάσει ένας Σάιντο.
«Κουκλίτσα είσαι», είπε ο άντρας, εμποδίζοντάς τη να περάσει. Ήταν ο ογκωδέστερος άντρας που είχε δει ποτέ της, περίπου εφτά πόδια ψηλός κι εύσωμος. Δεν ήταν παχύς —ποτέ δεν είχε δει χοντρό Αελίτη— αλλά είχε τεράστιες πλάτες. Ο άντρας ρεύτηκε κι οι αναθυμιάσεις του κρασιού χτύπησαν τα ρουθούνια της Φάιλε. Είχε δει κι άλλους μεθυσμένους Αελίτες, ειδικά από τότε που βρέθηκαν όλα εκείνα τα βαρέλια με το κρασί στην πόλη της Μάλντεν. Ωστόσο, δεν φοβήθηκε καθόλου. Μπορεί οι γκαϊ’σάιν να τιμωρούνταν για διάφορες παραβάσεις και πολύ συχνά για παρανομίες που ελάχιστοι από τους υδρόβιους κατανοούσαν, αλλά το λευκό χιτώνιο παρείχε κάποιου είδους προστασία, και φορούσε άλλη μία στρώση από μέσα.
«Είμαι γκαϊ’σάιν της Σοφής Σεβάνα», απάντησε η Φάιλε με όσο πιο δουλοπρεπή τόνο μπορούσε. Προς μεγάλη της αποστροφή, το κατάφερε περίφημα. «Η Σεβάνα θα δυσαρεστηθεί αν αφήσω τα καθήκοντά μου για να πιάσω κουβέντα». Προσπάθησε για άλλη μία φορά να τον προσπεράσει, αφήνοντας μια πνιχτή κραυγή μόλις ο άντρας άρπαξε το μπράτσο της με ένα χέρι που άνετα θα τυλιγόταν δύο φορές γύρω του και θα περίσσευε κιόλας.
«Η Σεβάνα έχει εκατοντάδες γκαϊ’σάιν στη διάθεσή της. Αν της λείψει μία για μια-δυο ωρίτσες, δεν έγινε και κάτι».