Το καλάθι έπεσε στο πλακόστρωτο καθώς ο άντρας την ανασήκωσε, τόσο εύκολα λες και σήκωνε μαξιλάρι. Πριν η Φάιλε καταλάβει καλά-καλά τι συνέβαινε, τη δίπλωσε κάτω από το μπράτσο του και παγίδεψε τα χέρια της στα πλευρά της. Άνοιξε το στόμα της να ουρλιάξει, αλλά ο άντρας χρησιμοποίησε το ελεύθερο χέρι του για να πιέσει το πρόσωπό της πάνω στο στήθος του. Η οσμή του ιδρωμένου μάλλινου πλημμύρισε τα ρουθούνια της. Το μόνο που μπορούσε να διακρίνει ήταν το καφεγκρίζο μάλλινο. Πού ήταν εκείνες οι δύο Κόρες; Οι Κόρες του Δόρατος δεν θα επέτρεπαν ποτέ να συμβεί κάτι τέτοιο! Όποιος Αελίτης παρακολουθούσε τη σκηνή, θα έπρεπε να επέμβει! Δεν περίμενε κανενός είδους βοήθεια από τους γκαϊ’σάιν. Αν ήταν τυχερή, ένας-δυο από δαύτους μπορεί να αναζητούσαν βοήθεια, αλλά το πρώτο μάθημα που έπαιρνε ένας γκαϊ’σάιν ήταν πως ακόμα κι η απειλή βίας σήμαινε πως θα σε κρεμούσαν ανάποδα και θα σε μαστίγωναν μέχρι να ουρλιάξεις. Αν μη τι άλλο, αυτό ήταν το πρώτο μάθημα των υδρόβιων. Οι Αελίτες το γνώριζαν ήδη: οι γκαϊ’σάιν απαγορευόταν να ασκήσουν βία για οποιονδήποτε λόγο. Οποιονδήποτε λόγο. Κάτι που, ωστόσο, δεν απέτρεψε τη Φάιλε από το να κλωτσάει μανιασμένα τον άντρα. Η εντύπωση που της έμεινε, βέβαια, ήταν πως κλωτσούσε τοίχο. Ο άντρας άρχισε να προχωράει κουβαλώντας την. Τον δάγκωσε όσο πιο δυνατά μπορούσε, αλλά η ανταμοιβή για τον κόπο της ήταν ένα φίμωτρο από τραχύ, βρώμικο μάλλινο ύφασμα. Τα δόντια της γλίστρησαν πάνω από μυώνες που ούτε καν χαλάρωσαν. Ο άντρας έμοιαζε φτιαγμένος από πέτρα. Η Φάιλε ούρλιαξε, αλλά η κραυγή της ακούστηκε πνιχτή ακόμα και στα ίδια της τα αυτιά.
Ξαφνικά, το τέρας που την κουβαλούσε σταμάτησε.
«Εγώ την έκανα γκαϊ’σάιν αυτή, Νάντρικ», ακούστηκε η βαθιά φωνή ενός άλλου άντρα.
Η Φάιλε αισθάνθηκε ένα γέλιο να τραντάζεται πάνω στο στέρνο που ακουμπούσε το πρόσωπό της πριν το ακούσει καλά-καλά. Δεν έπαψε στιγμή να κλωτσάει, να σφαδάζει ή να προσπαθεί να φωνάξει, αλλά ο άντρας δεν έμοιαζε να δίνει σημασία στις προσπάθειές της. «Ανήκει πλέον στη Σεβάνα, Ανάδελφε», απάντησε περιφρονητικά ο τεράστιος άντρας — ο Νάντρικ; «Η Σεβάνα παίρνει αυτό που θέλει, αλλά το ίδιο κάνω κι εγώ. Νέοι τρόποι».
«Μπορεί να την πήρε η Σεβάνα», αποκρίθηκε ήρεμα ο άλλος άντρας, «αλλά εγώ δεν της την έδωσα ποτέ. Ποτέ δεν προσφέρθηκα να της τη δώσω. Θα εγκατέλειπες την τιμή σου επειδή η Σεβάνα εγκατέλειψε τη δική της;»
Ακολούθησε σιωπή, που έσπαγε μόνο από τους πνιχτούς ήχους που έβγαζε η Φάιλε. Δεν σταμάτησε στιγμή να παλεύει, δεν μπορούσε να σταματήσει, αλλά δεν διέφερε από μωρό τυλιγμένο σε φασκιές.
«Δεν είναι και τόσο όμορφη για να αξίζει καυγά», είπε τελικά ο Νάντρικ. Δεν ακουγόταν διόλου φοβισμένος, σαν να μην τον ενδιέφερε και πολύ το όλο ζήτημα.
Τα χέρια του τραβήχτηκαν από πάνω της και τα δόντια της Φάιλε ελευθερώθηκαν τόσο απότομα από το πανωφόρι του, που νόμισε πως ένα ή δύο είχαν μείνει καρφωμένα επάνω του, αλλά ξαφνικά αισθάνθηκε το έδαφος να βροντάει πάνω στην πλάτη της και τον αέρα να πετάγεται ορμητικά από τα πνευμόνια της μαζί με το μυαλό από το κεφάλι της. Μέχρι να ξαναβρεί την ανάσα της για να σηκωθεί, ο τεράστιος τύπος απομακρυνόταν με δρασκελιές στο σοκάκι, ξαναβγαίνοντας στον κυρίως δρόμο. Ναι, όντως την είχε κουβαλήσει σε σοκάκι, σ’ ένα στενό και βρώμικο μονοπάτι ανάμεσα σε δύο πέτρινα κτήρια. Κανείς δεν θα τον πρόσεχε ό,τι κι αν έκανε εδώ. Αναρριγώντας —όχι, τρέμοντας!— έφτυσε τη γεύση του βρώμικου μάλλινου και του ιδρώτα του Νάντρικ και τον αγριοκοίταξε καθώς απομακρυνόταν. Αν το μαχαίρι που είχε κρύψει βρισκόταν πιο κοντά στο χέρι της, σίγουρα θα τον κάρφωνε. Ώστε, δεν ήταν αρκετά όμορφη για να αξίζει καυγά, ε; Ένα κομμάτι του εαυτού της γνώριζε πόσο παράλογο ήταν αυτό, αλλά η γυναίκα άδραχνε με μανία οτιδήποτε έτρεφε τον φόβο της, μόνο και μόνο για ζεστασιά. Ίσα-ίσα για να πάψει να τουρτουρίζει. Θα τον μαχαίρωνε πολλές φορές, μέχρι να κουραζόταν τόσο που να μην μπορούσε πια να σηκώσει το χέρι της.
Σηκώθηκε τρικλίζοντας και πέρασε τη γλώσσα πάνω από τα δόντια της. Ήταν όλα στη θέση τους, κανένα σπασμένο, κανένα χαμένο. Το πρόσωπό της είχε γδαρθεί από το τραχύ μάλλινο του πανωφοριού του Νάντρικ και τα χείλη της ήταν μελανιασμένα, αλλά συνειδητοποίησε ότι κατά τ’ άλλα δεν είχε πάθει την παραμικρή ζημιά κι ότι ήταν ελεύθερη να απομακρυνθεί από το σοκάκι. Όσο ελεύθερη, τουλάχιστον, μπορούσε να είναι μια γυναίκα με ρούχα γκαϊ’σάιν. Αν υπήρχαν κι άλλοι σαν τον Νάντρικ, που δεν έδιναν σημασία στην προστασία που παρείχαν αυτά τα ρούχα, σήμαινε πως η τάξη είχε διασαλευτεί ανάμεσα στους Σάιντο, οπότε ο καταυλισμός ίσως γινόταν επικίνδυνο μέρος, αλλά η αταξία σίγουρα θα παρείχε περισσότερες ευκαιρίες διαφυγής. Μέσα από αυτό το πρίσμα έπρεπε να βλέπει τα πράγματα. Είχε μάθει κάτι που ίσως τη βοηθούσε. Αρκεί να μπορούσε να σταματήσει αυτό το τουρτούρισμα.