Выбрать главу

Τελικά, αν και κάπως απρόθυμα, κοίταξε τον απελευθερωτή της. Είχε αναγνωρίσει τη φωνή του. Ο άντρας καθόταν λίγο πιο πέρα, παρακολουθώντας την ήρεμα και χωρίς να κάνει καμία κίνηση σε ένδειξη συμπαράστασης. Η Φάιλε είχε την εντύπωση πως, αν την άγγιζε, θα άρχιζε να ουρλιάζει, κάτι εξίσου παράλογο, μια και την είχε σώσει, γεγονός ωστόσο. Ο Ρόλαν ήταν σχεδόν μια παλάμη πιο κοντός από τον Νάντρικ κι εξίσου πλατύστερνος κι η Φάιλε είχε κάθε λόγο να θέλει να μαχαιρώσει κι αυτόν. Δεν ήταν Σάιντο, αλλά ένας από τους Ανάδελφους, τους Μέρα’ντιν, άντρες που είχαν εγκαταλείψει τις φατρίες τους επειδή αρνούνταν να γίνουν ακόλουθοι τον Ραντ αλ’Θόρ, και πράγματι ήταν εκείνος που την είχε κάνει γκαϊ’σάιν. Ναι, ήταν αλήθεια ότι την είχε προστατέψει από τη θανατηφόρα παγωνιά την επόμενη νύχτα της αιχμαλωσίας της τυλίγοντάς τη με το πανωφόρι του, αλλά η προστασία του θα ήταν αχρείαστη αν ο άντρας δεν είχε κόψει εξ αρχής κάθε ραφή του φορέματός της. Το πρώτο βήμα για να γίνει κανείς γκαϊ’σάιν ήταν να ξεγυμνωθεί, αλλά δεν ήταν λόγος αυτός για να τον συγχωρήσει.

«Σ’ ευχαριστώ», του είπε. Οι λέξεις έκρυβαν πικρία.

«Δεν ζητώ ευγνωμοσύνη», αποκρίθηκε πράα ο άντρας. «Μη με κοιτάς σαν να θέλεις να με δαγκώσεις μόνο και μόνο επειδή δεν κατάφερες να δαγκώσεις τον Νάντρικ».

Η Φάιλε μόλις που συγκρατήθηκε για να μη γρυλίσει —αφού της ήταν αδύνατον να δείξει αντίστοιχη πραότητα, ακόμα κι αν το ήθελε— κι έτσι άρχισε να απομακρύνεται με αγέρωχο βήμα για να βγει στον κυρίως δρόμο. Ή, τουλάχιστον, πάσχισε να κάνει το βήμα της να φανεί αγέρωχο. Τα πόδια της έτρεμαν ακόμα, κι έτσι έμοιαζε πιότερο σαν να τρικλίζει. Οι γκαϊ’σάιν που την προσπερνούσαν κοιτούσαν φευγαλέα προς το μέρος της καθώς σέρνονταν στο δρομάκι κουβαλώντας τους κάδους με το νερό. Δεν υπήρχαν πολλοί αιχμάλωτοι που προθυμοποιούνταν να μοιραστούν τα προβλήματα κάποιου άλλου· τους έφταναν τα δικά τους.

Έφτασε στο σημείο όπου βρισκόταν το καλάθι της μπουγάδας κι αναστέναξε. Είχε αναποδογυρίσει, σκορπίζοντας τριγύρω λευκές, μεταξένιες μπλούζες και σκούρες φούστες από μετάξι με το χαρακτηριστικό χώρισμα ιππασίας, χύνοντάς τες στο βρώμικο, καπνισμένο πεζοδρόμιο. Τουλάχιστον, κανείς δεν είχε πατήσει επάνω τους. Δύσκολα θα κατηγορούσες κάποιον που όλη μέρα κουβαλάει κουβάδες με νερό αν σκόνταφτε επάνω σε σκόρπια κομμάτια υφάσματος, παρμένα από τους κατοίκους της Μάλντεν που είχαν γίνει γκαϊ’σάιν. Η Φάιλε, τουλάχιστον, θα τον συγχωρούσε. Πήρε από κάτω το καλάθι κι άρχισε να μαζεύει τα ρούχα, τινάζοντας τις βρωμιές και την κάπνα και προσέχοντας να μην ανακατευτούν με τα υπόλοιπα. Σε αντίθεση με τη Σόμεριν, η Σεβάνα είχε μεγάλη αδυναμία στα μεταξωτά. Δεν φορούσε τίποτε άλλο. Ήταν περήφανη κι εξαιρετικά κτητική, τόσο για τα μεταξωτά της, όσο και για τα κοσμήματά της. Και δεν χαιρόταν καθόλου αν έστω κι ένα από τα ρούχα της δεν επέστρεφε πεντακάθαρο.

Καθώς η Φάιλε τοποθετούσε την τελευταία μπλούζα πάνω από τις υπόλοιπες, ο Ρόλαν την πλησίασε κι ανασήκωσε το καλάθι με το ένα χέρι. Έτοιμη ήταν να του μιλήσει απότομα —άλλωστε, μια χαρά μπορούσε να το κουβαλήσει μόνη της!— αλλά συγκρατήθηκε. Το μυαλό της ήταν το μοναδικό όπλο που διέθετε, επομένως έπρεπε να το χρησιμοποιήσει κι όχι να αφήσει τα συναισθήματά της να πάρουν το επάνω χέρι. Ο Ρόλαν δεν είχε βρεθεί τυχαία εκεί. Θα ήταν ανόητο εκ μέρους της να πιστεύει το αντίθετο. Τον είχε δει κάμποσες φορές από τότε που πιάστηκε αιχμάλωτη, αρκετά συχνά για να το αποδώσει στην τύχη. Την παρακολουθούσε. Πώς το είχε πει στον Νάντρικ; Δεν την είχε δώσει στη Σεβάνα, ούτε προσφέρθηκε να την ανταλλάξει. Παρ’ ότι αυτός ήταν που την αιχμαλώτισε, η Φάιλε πίστευε πως ο άντρας δεν συμφωνούσε με την ιδέα να γίνονται γκαϊ’σάιν οι υδρόβιοι —κάτι που ίσχυε για τους περισσότερους Ανάδελφους— αλλά, προφανώς, εξακολουθούσε να θεωρεί πως είχε δικαιώματα επάνω της.

Ήταν σίγουρη πως δεν χρειαζόταν να φοβάται μήπως της φερόταν βίαια. Άλλωστε, ο Ρόλαν είχε την ευκαιρία για κάτι τέτοιο όταν την είχε γυμνή και δεμένη μπροστά του, και τότε έμοιαζε σαν να κοίταζε φράχτη. Ίσως δεν του άρεσε να συμπεριφέρεται με αυτόν τον τρόπο στις γυναίκες. Σε κάθε περίπτωση, οι Ανάδελφοι θεωρούνταν ξένοι από τους Σάιντο, όσο κι οι υδρόβιοι. Οι Σάιντο δεν τους είχαν εμπιστοσύνη, ενώ οι ίδιοι οι Ανάδελφοι συχνά τους κοιτούσαν αφ’ υψηλού, αποδεχόμενοι το μικρότερο μεταξύ δύο κακών, μολονότι έτρεφαν πλέον κάποιες αμφιβολίες γι’ αυτό. Αν μπορούσε να πιάσει φιλίες μαζί του, ίσως ο άντρας να έδειχνε διάθεση να τη βοηθήσει. Όχι, βέβαια, να δραπετεύσει —αυτό παραπήγαινε— αλλά... λες; Ο μόνος τρόπος για να το μάθει ήταν να προσπαθήσει.