Выбрать главу

«Σ’ ευχαριστώ», του είπε ξανά, χαμογελώντας του αυτή τη φορά. Παραδόξως, ο άντρας τής ανταπέδωσε το χαμόγελο. Ήταν αχνό, ελάχιστα ορατό, αλλά οι Αελίτες ούτως ή άλλως δεν ήταν εκδηλωτικοί. Μέχρι να τους συνηθίσεις, σου έδειχναν ένα πέτρινο πρόσωπο.

Για λίγη ώρα, περπάτησαν πλάι-πλάι σιωπηλοί, με τον Ρόλαν να κουβαλάει το καλάθι με το ένα χέρι και τη Φάιλε να κρατάει τη φούστα του ρούχου της ανασηκωμένη. Αν τους έβλεπες κάπως αδιάφορα, θα νόμιζες πως είχαν βγει για περίπατο. Κάποιοι από τους γκαϊ’σάιν που τους προσπερνούσαν τους κοιτούσαν έκπληκτοι, αλλά πολύ γρήγορα το βλέμμα τους χαμήλωνε ξανά. Η Φάιλε δεν είχε ιδέα πώς να ξεκινήσει να του μιλάει —δεν ήθελε σε καμία περίπτωση να σκεφτεί ο άντρας ότι τον φλέρταρε, μπορεί και να του άρεσε, τελικά— αλλά την έβγαλε ο ίδιος από τη δύσκολη θέση.

«Σε παρακολουθούσα», της είπε. «Είσαι δυνατή κι άγρια και δεν φοβάσαι καθόλου, έτσι νομίζω. Οι περισσότεροι υδρόβιοι χάνουν το μισό μυαλό τους απ’ τον φόβο. Τους αρέσει να καυχιούνται, μέχρι που εισπράττουν την τιμωρία κι έπειτα κλαίνε και μαζεύονται τρομαγμένοι. Μου φαίνεσαι γυναίκα με πολύ τζι».

«Φοβάμαι», αποκρίθηκε η Φάιλε. «Απλώς προσπαθώ να μην το δείχνω. Τα κλάματα ποτέ δεν βγαίνουν σε καλό». Οι περισσότεροι άντρες αυτό πίστευαν. Τα δάκρυα μπορούσαν να εμποδίσουν τα σχέδιά σου, αν τα άφηνες ελεύθερα, αλλά λίγο κλάμα τη νύχτα ίσως βοηθούσε να τα βγάλεις πέρα την επόμενη μέρα.

«Υπάρχουν στιγμές για κλάματα και στιγμές για γέλια. Προσωπικά, θα ήθελα να σε δω να γελάς».

Η Φάιλε άφησε να της ξεφύγει ένα γελάκι, κάπως ξερό. «Όσο φοράω αυτά τα άσπρα ρούχα, Ρόλαν, δεν έχει νόημα να γελάω». Του έριξε μια πλάγια ματιά. Μήπως το παρατραβούσε; Ο Ρόλαν αρκέστηκε σ’ ένα καταφατικό νεύμα.

«Πάντως, εξακολουθώ να θέλω να σε δω γελαστή. Το χαμόγελο σου πάει πολύ, άρα το γέλιο θα σου πηγαίνει ακόμη περισσότερο. Μπορεί να μην έχω γυναίκα, αλλά πού και πού όλο και κάποια κάνω να γελάει. Κάτι άκουσα ότι είσαι παντρεμένη;»

Η Φάιλε ξαφνιάστηκε και κόντεψε να μπουρδουκλώσει τα πόδια της, αλλά την τελευταία στιγμή πιάστηκε από το μπράτσο του Ρόλαν. Γρήγορα, όμως, αποτράβηξε το χέρι της και τον κοίταξε εξεταστικά μέσα από την κουκούλα της. Εκείνος σταμάτησε, για να της δώσει την ευκαιρία να ισορροπήσει, και κατόπιν συνέχισε να προχωρεί. Η έκφρασή του, θα έλεγες, φανέρωνε κάποια περιέργεια. Με εξαίρεση τον Νάντρικ, τα Αελίτικα έθιμα απαιτούσαν να κάνει η γυναίκα το πρώτο βήμα από τη στιγμή που κάποιος άντρας προσέλκυε το ενδιαφέρον της. Ο άντρας, από την πλευρά του, μπορούσε να της χαρίσει δώρα ή να την κάνει να γελάσει, κάτι που αποδείκνυε πως, τελικά, ο Ρόλαν αρεσκόταν στις γυναίκες. «Ναι, Ρόλαν, είμαι παντρεμένη κι αγαπάω πάρα πολύ τον σύζυγό μου. Πάρα πολύ. Δεν βλέπω την ώρα να επιστρέψω κοντά του».

«Δεν θα σε κατηγορήσει κανείς για ό,τι κάνεις όσο θεωρείσαι γκαϊ’σάιν και φοράς τα λευκά», είπε ο Ρόλαν σιγανά, «αλλά ίσως εσείς, οι υδρόβιοι, δεν τα βλέπετε έτσι τα πράγματα. Πάντως, σαν γκαϊ’σάιν, θα πρέπει να νιώθεις μοναξιές. Ίσως μπορούμε να τα λέμε πού και πού».

Ο άντρας ήθελε όσο τίποτα άλλο να τη δει να γελάει, αλλά η Φάιλε δεν ήξερε αν έπρεπε να γελάσει ή να κλάψει. Ήταν σαν να της έλεγε ότι δεν σκόπευε να παρατήσει τις προσπάθειες να της τραβήξει το ενδιαφέρον. Οι Αελίτισσες θαύμαζαν την επιμονή σ’ έναν άντρα. Όπως κι αν είχε, σε περίπτωση που η Τσιάντ κι η Μπάιν δεν κατάφερναν να τη βοηθήσουν να φθάσει στα δέντρα, ο Ρόλαν ήταν η μόνη της ελπίδα. Πίστευε πως, με τον καιρό, θα τον έπειθε. Φυσικά. Με τη δειλία δεν πετυχαίνεις τίποτα! Δεν ήταν παρά ένας καταφρονημένος απόβλητος, αποδεκτός ανάμεσα στους Σάιντο μόνο και μόνο για το δόρυ του. Ωστόσο, η Φάιλε έπρεπε να του δώσει έναν καλό λόγο για να επιμείνει.

«Θα το ήθελα πολύ», απάντησε προσεκτικά. Σε τελική ανάλυση, ίσως να ήταν απαραίτητο λίγο φλερτ, αλλά βέβαια πώς να μη φανεί ειλικρινής, λέγοντάς του πόσο πολύ αγαπούσε τον άντρα της; Όχι ότι είχε καμιά διάθεση να το πάει τόσο μακριά —δεν ήταν δα και Ντομανή!— αλλά ίσως χρειαζόταν να τον προσεγγίσει περισσότερο. Προς το παρόν, δεν θα ήταν άσχημο να του υπενθυμίσει πως η Σεβάνα είχε σφετεριστεί τα «δικαιώματά του». «Τώρα, όμως, με περιμένει δουλειά και δεν νομίζω πως η Σεβάνα θα μείνει ευχαριστημένη αν περάσω την ώρα μου συζητώντας μαζί σου».

Ο Ρόλαν ένευσε ξανά κι η Φάιλε αναστέναξε. Μπορεί να ήξερε πώς να κάνει μια γυναίκα να γελάσει, όπως ισχυριζόταν, αλλά σίγουρα δεν μιλούσε πολύ. Μάλλον χρειαζόταν αρκετή προσπάθεια εκ μέρους της για να του εκμαιεύσει κάτι περισσότερο από αστεία που δεν καταλάβαινε καν. Ακόμα και με τη βοήθεια της Τσιάντ και της Μπάιν, εξακολουθούσε να θεωρεί ακατανόητο το Αελίτικο χιούμορ.