Выбрать главу

Έφτασαν στη φαρδιά πλατεία μπροστά από το φρούριο, στη βόρεια άκρη της πόλης, έναν υπερυψωμένο όγκο από γκρίζα πέτρινα τείχη, τα οποία δεν είχαν καταφέρει να προστατέψουν τους κατοίκους καλύτερα από τα τείχη της πόλης. Η Φάιλε νόμισε πως είδε με την άκρη του ματιού της την αρχόντισσα που κυβερνούσε τη Μάλντεν κι όλα τα πέριξ σε απόσταση είκοσι μιλίων, μια ευπαρουσίαστη κι αξιοπρεπή μεσήλικη χήρα, ανάμεσα στους γκαϊ’σάιν που αντλούσαν νερό. Λευκοντυμένοι άντρες και γυναίκες που κουβαλούσαν κουβάδες συνωστίζονταν γύρω από τη λιθόστρωτη πλατεία. Στην ανατολική μεριά της πλατείας, κάτι που έμοιαζε με τμήμα των εξωτερικών τειχών της πόλης, τριάντα πόδια ψηλό και γκριζωπό, ήταν στην πραγματικότητα ο τοίχος μιας τεράστιας δεξαμενής που τροφοδοτούνταν από ένα υδραγωγείο. Τέσσερις αντλίες, καθεμία εκ των οποίων απασχολούσε δύο άντρες, έχυνε νερό για να γεμίσουν οι κάδοι, αρκετό από το οποίο πλατσούριζε πάνω στο λιθόστρωτο. Οι άντρες θα ήταν σίγουρα πιο προσεκτικοί αν ήξεραν ότι ο Ρόλαν τριγύριζε κάπου εκεί. Η Φάιλε είχε σκεφτεί να συρθούν μέσα στον αγωγό του υδραγωγείου για να το σκάσουν, αλλά δεν υπήρχε τρόπος να διατηρηθεί ο χώρος εκεί μέσα στεγνός, κι όπου κι αν έβγαιναν, θα ήταν μουσκεμένοι, με αποτέλεσμα να παγώσουν και να πεθάνουν από το κρύο πριν καταφέρουν να κάνουν ένα-δυο μίλια μέσα στο χιόνι.

Υπήρχαν άλλα δύο μέρη μέσα στην πόλη απ’ όπου προμηθεύονταν νερό, τροφοδοτούμενα από υπόγειους πέτρινους αγωγούς, αλλά ένα μακρόστενο τραπέζι με πόδια σε σχήμα λιονταριού, φτιαγμένο από μαύρο ξύλο είχε τοποθετηθεί στη βάση του τοιχώματος της δεξαμενής. Κάποτε, εκτελούσε χρέη τραπεζιού συμποσίων κι η επιφάνειά του ήταν διακοσμημένη με φίλντισι, αλλά οι φιλντισένιες σφήνες είχαν αφαιρεθεί πλέον, ενώ κάμποσες ξύλινες σκάφες στέκονταν στην επιφάνειά του. Δίπλα στο τραπέζι υπήρχαν δύο ξύλινοι κουβάδες, ενώ στη μία άκρη μια χάλκινη χύτρα έβραζε πάνω σε μια φωτιά αναμμένη από ξύλα σπασμένων καθισμάτων. Η Φάιλε αμφέβαλλε κατά πόσον η Σεβάνα είχε φέρει την μπουγάδα στο εσωτερικό της πόλης για να μην μπαίνουν οι γκαϊ’σάιν στον κόπο να κουβαλούν νερό μέχρι τις σκηνές αλλά, όποια κι αν ήταν η αιτία, η Φάιλε τής ήταν ευγνώμων. Ένα καλάθι άπλυτα ρούχα ήταν σαφώς ελαφρύτερο από έναν κουβά γεμάτο νερό. Είχε κουβαλήσει κάμποσους, οπότε κάτι ήξερε. Δύο καλάθια ήταν αφημένα πάνω στο τραπέζι, αλλά η μόνη που ασχολούνταν μαζί τους ήταν μια γυναίκα με χρυσαφιά ζώνη και κολάρο. Είχε ανασηκώσει τα μανίκια του λευκού χιτώνα της όσο πιο ψηλά μπορούσε, ενώ τα μακριό μαύρα μαλλιά της ήταν δεμένα με μια λωρίδα λευκού υφάσματος, που τα εμπόδιζε να ακουμπήσουν στα νερά της σκάφης.

Μόλις η Αλιάντρε πρόσεξε τη Φάιλε να την πλησιάζει παρέα με τον Ρόλαν, ίσιωσε το κορμί της και σκούπισε τα γυμνά της χέρια πάνω στον χιτώνα της. Η Αλιάντρε Μαρίθα Κιγκάριν, ελέω Φωτός Βασίλισσα της Γκεάλνταν, Υπερασπίστρια του Τείχους του Γκάρεν και μια ντουζίνα ακόμα τίτλοι, ήταν μια καλαίσθητη, μετρημένη γυναίκα, συγκροτημένη κι επιβλητική. Η Αλιάντρε εξακολουθούσε να είναι όμορφη κι ως γκαϊ’σάιν, αλλά η έκφραση του προσώπου της μαρτυρούσε διαρκείς έγνοιες. Με τα ρούχα της μουσκεμένα τόπους-τόπους και τα χέρια της ζαρωμένα από τη συνεχή επαφή με το νερό, άνετα θα τη χαρακτήριζες ως χαριτωμένη πλύστρα. Είδε τον Ρόλαν να αφήνει κάτω το καλάθι, να χαμογελάει στη Φάιλε και να απομακρύνεται, αλλά πρόσεξε ότι η Φάιλε ανταπέδωσε το χαμόγελο, κι ανασήκωσε το φρύδι της απορημένη.

«Είναι αυτός που με αιχμαλώτισε», είπε η Φάιλε, ακουμπώντας στο τραπέζι μερικά ρούχα από το καλάθι. Ακόμα κι εδώ, παρόλο που οι μόνοι που άκουγαν ήταν γκαϊ’σάιν, ήταν καλύτερα να μιλάς κατά τη διάρκεια της δουλειάς. «Ανήκει στους Ανάδελφους και μου φαίνεται πως δεν του αρέσει να γίνονται γκαϊ’σάιν οι υδρόβιοι. Νομίζω πως μπορεί να μας βοηθήσει».

«Κατάλαβα», απάντησε η Αλιάντρε. Σκούπισε απαλά με το ένα της χέρι το πίσω μέρος του χιτώνα της Φάιλε.

Η Φάιλε συνοφρυώθηκε και γύρισε να κοιτάξει πάνω από τον ώμο της. Για μια στιγμή, αντίκρισε τη βρωμιά και την κάπνα που κάλυπταν την πλάτη της από τους ώμους και κάτω, και κατόπιν το πρόσωπο της αναψοκοκκίνισε. «Έπεσα», είπε βιαστικά. Δεν ήθελε με τίποτα να αναφέρει στην Αλιάντρε το περιστατικό με τον Νάντρικ. Θεωρούσε πως δεν έπρεπε να το πει πουθενά. «Ο Ρόλαν προσφέρθηκε να κουβαλήσει το καλάθι».

Η Αλιάντρε ανασήκωσε τους ώμους της αδιάφορα. «Αν με βοηθούσε να δραπετεύσω, θα τον παντρευόμουν, εκτός κι αν δεν ήθελε ο ίδιος. Δεν είναι ιδιαίτερα όμορφος, αλλά θα τα πηγαίναμε καλά. Άσε που ο άντρας μου, αν είχα, δεν θα χρειαζόταν να μάθει τίποτα. Αν σκεφτόταν κάπως λογικά, θα χαιρόταν για την επιστροφή μου και δεν θα αναλωνόταν σε ερωτήσεις που οι απαντήσεις θα του ήταν δυσάρεστες».