Σφίγγοντας στα χέρια της μια μεταξένια μπλούζα, η Φάιλε έτριξε τα δόντια της. Η Αλιάντρε, μέσω του Πέριν, της ήταν εξαιρετικά αφοσιωμένη κι υπάκουε σε κάθε της διαταγή μέχρι στιγμής, αλλά η φύση της σχέσης είχε διαστρεβλωθεί λιγάκι. Είχαν συμφωνήσει ότι έπρεπε να προσπαθήσουν να σκέφτονται σαν υπηρέτριες, να προσπαθήσουν να γίνουν υπηρέτριες αν ήθελαν να επιβιώσουν, αυτό όμως σήμαινε πως η μία έπρεπε να προσέχει την άλλη έτσι ώστε να υποκλίνονται και να σπεύδουν να υπακούσουν στις διαταγές. Όταν η Σεβάνα αποφάσιζε να τιμωρήσει, το ανέθετε στον πλησιέστερο γκαϊ’σάιν, και κάποτε η Φάιλε είχε διαταχτεί να μαστιγώσει την Αλιάντρε. Το χειρότερο ήταν πως είχε διαταχτεί κι η Αλιάντρε να της το ανταποδώσει, και μάλιστα εις διπλούν. Αν αρνιόταν, θα έπαιρνε κι αυτή μια παρόμοια γεύση, άσε που η άλλη γυναίκα θα λάμβανε διπλή δόση μαστιγώματος από κάποιον που δεν θα τη λυπόταν καθόλου. Όταν ανάγκαζες την ίδια την αρχόντισσά σου, στην οποία ήσουν πλήρως αφοσιωμένη, να ουρλιάζει και να τσιρίζει, και μάλιστα δύο φορές, τότε μόνο καταλάβαινες τη διαφορά.
Συνειδητοποίησε ξαφνικά ότι η μπλούζα που έσφιγγε ήταν μία απ’ εκείνες που είχαν λερωθεί κι άλλο όταν της είχε πέσει το καλάθι. Χαλάρωσε τη λαβή της και περιεργάστηκε ανήσυχα το ρούχο. Η βρωμιά δεν έμοιαζε να έχει γίνει από πέσιμο. Ένιωσε ανακούφιση προς στιγμήν, αλλά αμέσως μετά θύμωσε ακριβώς επειδή είχε νιώσει ανακούφιση. Το εκνευριστικότερο, όμως, ήταν πως αυτή η ανακούφιση δεν υποχωρούσε.
«Η Αρέλα κι η Λασίλ δραπέτευσαν πριν από τρεις μέρες», είπε χαμηλόφωνα. «Λογικά, θα έχουν απομακρυνθεί πια. Πού είναι η Μάιντιν;»
Ένα συνοφρύωμα γεμάτο ανησυχία εμφανίστηκε στο πρόσωπο της άλλης γυναίκας. «Προσπαθεί να μπει κρυφά στη σκηνή της Θεράβα, η οποία πέρασε πριν από λίγο μαζί με μια ομάδα Σοφών κι, απ’ ό,τι καταλάβαμε, πάνε να συναντήσουν τη Σεβάνα. Η Μάιντιν μού έδωσε το καλάθι της κι είπε πως θα προσπαθούσε να μπει στη σκηνή της. Θαρρώ πως... Θαρρώ πως είναι τόσο απεγνωσμένη, που διακινδυνεύει πάρα πολλά», αποτελείωσε τα λόγια της με χροιά απελπισίας στη φωνή της. «Θα έπρεπε να έχει έρθει ήδη».
Η Φάιλε πήρε μια βαθιά ανάσα και ξεφύσηξε αργά. Όλες τους ήταν απεγνωσμένες. Είχαν μαζέψει προμήθειες για την απόδρασή τους —μαχαίρια, τρόφιμα, μπότες, αντρικά παντελόνια και πανωφόρια που τους ταίριαζαν γάντι, όλα προσεκτικά κρυμμένα στις άμαξες. Τα λευκά ρούχα μπορούσαν να χρησιμεύσουν ως κουβέρτες και ως κάλυψη στο χιόνι αλλά η πιθανότητα να τα χρησιμοποιήσουν όλα αυτά δεν ήταν μεγαλύτερη τώρα απ’ ό,τι την ημέρα της αιχμαλωσίας του. Δύο βδομάδες μονάχα. Είκοσι δύο μέρες, για την ακρίβεια. Δεν ήταν πολύς καιρός για να αλλάξει κάτι, αλλά ο ρόλος των καλών υπηρετριών επέφερε κάποιες αλλαγές επάνω τους, παρά τις προσπάθειες τους για το αντίθετο. Δύο βδομάδες μόνο, και το μόνο που έκαναν ήταν να αναπηδούν δίχως δεύτερη σκέψη με την παραμικρή προσταγή, ανησυχώντας διαρκώς για μια ενδεχόμενη τιμωρία και για το αν θα ικανοποιούσαν τη Σεβάνα ή όχι. Και το χειρότερο ήταν πως είχαν κι οι ίδιες επίγνωση αυτού του πράγματος, ήξεραν ότι ένα κομμάτι του εαυτού τους είχε διαμορφωθεί ενάντια στη θέλησή τους. Προς το παρόν, έπρεπε να πείσουν τους εαυτούς τους πως έκαναν ό,τι ήταν απαραίτητο, έτσι ώστε να μην τις υποψιάζονταν μέχρι να το σκάσουν, αν και κάθε μέρα οι αντιδράσεις τους ήταν όλο και πιο αυτοματοποιημένες. Πόσος καιρός, άραγε, είχε περάσει που το θέμα του φευγιού τους ερχόταν σαν αχνό όνειρο τη νύχτα, έπειτα από μια ολόκληρη μέρα συμπεριφοράς και σκέψης σαν γκαϊ’σάιν; Μέχρι στιγμής, καμιά τους δεν τολμούσε να εκφράσει φωναχτά τέτοιες σκέψεις, κι η Φάιλε γνώριζε ότι κι η ίδια προσπαθούσε να μην το σκέφτεται, αλλά η ερώτηση παρέμενε πάντα στις παρυφές της συνείδησής της. Από μια άποψη, φοβόταν μήπως η σκέψη αυτή χανόταν από το μυαλό της. Εκτός αν αυτό συνέβαινε αφού η ερώτηση θα είχε ήδη απαντηθεί.
Καταβάλλοντας προσπάθεια, πίεσε τον εαυτό της να απομακρυνθεί από την απελπισία. Αυτή ήταν η δεύτερη παγίδα, και μονάχα η δύναμη της θέλησης την κρατούσε ανοικτή. «Η Μάιντιν ξέρει ότι πρέπει να ενεργήσει προσεκτικά», είπε με σταθερή φωνή. «Θα έρθει σύντομα, Αλιάντρε».
«Κι αν την έπιασαν;»
«Δεν την έπιασαν!» αποκρίθηκε κοφτά η Φάιλε. Αν όμως... Όχι. Αυτό που όφειλε να σκέφτεται ήταν η νίκη, όχι η ήττα. Οι αδύναμες καρδιές δεν κερδίζουν τις μάχες.