Выбрать главу

Το πλύσιμο του μεταξιού ήταν πολύ χρονοβόρο. Οι κουβάδες με το νερό που έφερναν από τις αντλίες της δεξαμενής ήταν παγωμένοι, αλλά το ζεστό νερό που άδειαζαν από τις χάλκινες χύτρες εξισορροπούσε τη θερμοκρασία στις σκάφες, κάνοντάς τη μέτρια. Δεν μπορούσες να πλύνεις μετάξι με καυτό νερό. Αν βύθιζες τα χέρια σου στο κρύο νερό των σκαφών ένιωθες ωραία προς στιγμήν, αλλά έπρεπε να τα βγάλεις αμέσως, και τότε η παγωνιά γινόταν πιο τσουχτερή. Σαπούνι δεν υπήρχε, όχι ότι θα χρησίμευε σε κάτι, οπότε κάθε φούστα και μπλούζα έπρεπε να βυθιστεί μία-μία στο νερό και να τριφτεί με προσοχή. Κατόπιν, απλωνόταν σε ένα κομμάτι υφάσματος, το οποίο τυλιγόταν απαλά, έτσι ώστε να αποστραγγιστεί όσο το δυνατόν περισσότερο νερό. Το νωπό ύφασμα βυθιζόταν ξανά σε μια άλλη σκάφη, γεμάτη με ένα μείγμα από ξίδι και νερό —που εμπόδιζε το ξεθώριασμα κι έκανε το μετάξι να δείχνει πιο γυαλιστερό— και τυλιγόταν πάλι. Η μουσκεμένη πετσέτα στυβόταν πολύ δυνατά κι απλωνόταν στον ήλιο για να στεγνώσει, όπου υπήρχε ελεύθερος χώρος τουλάχιστον, ενώ κάθε κομμάτι μεταξιού κρεμόταν σε έναν οριζόντιο άξονα, αναρτημένο στη σκιά ενός προχειροφτιαγμένου υπόστεγου από καραβόπανο, στημένου στην άκρη της πλατείας, κι ισιωνόταν με το χέρι για να φύγουν οι ζάρες. Με λίγη τύχη, δεν θα χρειαζόταν σιδέρωμα. Μπορεί κι οι δυο τους να ήξεραν πώς να φροντίζουν το μετάξι, αλλά το σιδέρωμα απαιτούσε εμπειρία που καμιά τους δεν διέθετε. Ήταν κάτι που δεν ήξερε καμία από τις γκαϊ’σάιν της Σεβάνα, ούτε καν η Μάιντιν, παρ’ όλο που ήταν υπηρέτρια και πριν μπει στην υπηρεσία της Φάιλε, αλλά η Σεβάνα δεν δεχόταν δικαιολογίες. Κάθε φορά που η Φάιλε ή η Αλιάντρε πήγαιναν να κρεμάσουν ένα ρούχο, ήλεγχαν όσα υπήρχαν ήδη εκεί κι ίσιωναν όσα τύχαινε να είναι τσαλακωμένα.

Η Φάιλε πρόσθετε ζεστό νερό στη σκάφη, όταν η Αλιάντρε είπε πικρόχολα: «Έρχεται κι η Άες Σεντάι».

Η Γκαλίνα ήταν ολοκληρωμένη Άες Σεντάι, με αγέραστο πρόσωπο και το δαχτυλίδι του Μεγάλου Ερπετού περασμένο στο δάχτυλό της, αλλά φορούσε τα λευκά ρούχα των γκαϊ’σάιν —σε μετάξι πιο χοντρό κι από μάλλινο, αν μη τι άλλο!— μαζί με μια φαρδιά, περίτεχνη ζώνη από χρυσάφι και φλογόσταλες, η οποία έκλεινε σφιχτά γύρω από τη μέση της, καθώς κι έναν ψηλό ταιριαστό γιακά γύρω από τον λαιμό της, διακοσμημένο με πετράδια κατάλληλα για βασίλισσα. Ήταν όντως Άες Σεντάι και μερικές φορές έβγαινε μονάχη της από τον καταυλισμό, αλλά επέστρεφε πάντα. Αναπηδούσε όποτε κάποια Σοφή την απειλούσε κουνώντας το δάχτυλο, ειδικά αν επρόκειτο για τη Θεράβα, τη σκηνή της οποίας συχνά μοιραζόταν. Από μια άποψη, αυτό το τελευταίο ήταν και το πιο περίεργο απ’ όλα. Η Γκαλίνα γνώριζε ποια ήταν η Φάιλε, όπως επίσης γνώριζε και ποιος ήταν ο σύζυγός της, καθώς και τη σχέση του Πέριν με τον Ραντ αλ’Θόρ, κι απειλούσε να τα αποκαλύψει όλα στη Σεβάνα, εκτός κι αν η Φάιλε με τις φίλες της έκλεβαν κάτι από τη σκηνή όπου κοιμόταν. Αυτή ήταν η τρίτη παγίδα που τις περίμενε. Η Σεβάνα είχε εμμονή με τον αλ’Θόρ, εντελώς παράλογα πεπεισμένη πως θα κατάφερνε να τον παντρευτεί με κάποιον τρόπο. Αν μάθαινε για τον Πέριν, δεν θα επέτρεπε ποτέ στη Φάιλε να απομακρυνθεί αρκετά ώστε να μπορέσει να το σκάσει. Θα τη χρησιμοποιούσε σαν κατσίκα για να προσελκύσει το λιοντάρι.

Η Φάιλε είχε δει την Γκαλίνα να μπαινοβγαίνει στα κρυφά σαν φοβισμένη, αλλά τώρα η αδελφή περπατούσε αγέρωχα στην πλατεία, λες κι ήταν βασίλισσα που περιφρονούσε τον όχλο γύρω της, Άες Σεντάι με τα όλα της. Εδώ δεν υπήρχαν Σοφές για να απολογηθεί. Η Γκαλίνα ήταν χαριτωμένη, αλλά δεν θα την έλεγες όμορφη, κι η Φάιλε δεν καταλάβαινε τι της έβρισκε η Θεράβα —εκτός αν απλώς ικανοποιούνταν λόγω της εξουσίας της πάνω σε μία Άες Σεντάι. Αυτό, όμως, δεν απαντούσε στο ερώτημα γιατί η Γκαλίνα παρέμενε κοντά της, εφ’ όσον η Θεράβα την ταπείνωνε με κάθε ευκαιρία.

Σταματώντας ένα βήμα πριν από το τραπέζι, η Γκαλίνα τις περιεργάστηκε με ένα μειδίαμα που θα μπορούσε να ερμηνευθεί ως ένδειξη λύπησης. «Δεν έχετε κάνει καμιά ιδιαίτερη πρόοδο», είπε. Δεν εννοούσε την μπουγάδα.

Ήταν η σειρά της Φάιλε να μιλήσει, αλλά η Αλιάντρε παρενέβη, μιλώντας με μεγαλύτερη πικρία από πριν. «Η Μάιντιν έφυγε το πρωί και πήγε να φέρει τη φιλντισένια ράβδο σου, Γκαλίνα. Πότε θα δούμε τη βοήθεια που μας υποσχέθηκες;» Η βοήθεια στην απόδρασή τους ήταν το καρότο που τους πρόσφερε η Γκαλίνα, μαζί με το μαστίγιο της απειλής ότι θα αποκάλυπτε τα πάντα σχετικά με τη Φάιλε. Μέχρι στιγμής, πάντως, μόνο το μαστίγιο έβλεπαν.

«Πήγε στη σκηνή της Θεράβα σήμερα το πρωί;» ψιθύρισε η Γκαλίνα, ενώ άρχισε να χλομιάζει.

Η Φάιλε συνειδητοποίησε ξαφνικά ότι ο ήλιος είχε ήδη διανύσει τη μισή απόσταση μέχρι να δύσει στον ορίζοντα, κι ένιωσε την καρδιά της να βροντοχτυπά στο στήθος της. Η Μάιντιν θα έπρεπε να είχε έρθει από ώρα.