Η Άες Σεντάι έμοιαζε ακόμα πιο αναστατωμένη. «Σήμερα το πρωί;» επανέλαβε η Γκαλίνα, κοιτώντας πάνω από τον ώμο της. Αναπήδησε κι άφησε μια κραυγή όταν η Μάιντιν εμφανίστηκε ξαφνικά μέσα από το πλήθος των γκαϊ’σάιν που ήταν συγκεντρωμένοι στην πλατεία.
Σε αντίθεση με την Αλιάντρε, η γυναίκα με τα χρυσαφένια μαλλιά είχε σκληρύνει από την ημέρα της αιχμαλωσίας τους. Δεν ήταν διόλου λιγότερο απελπισμένη, μολαταύτα έμοιαζε συγκεντρωμένη κι αποφασιστική. Η παρουσία της έδινε περισσότερο την εντύπωση βασίλισσας παρά υπηρέτριας, αν κι οι περισσότερες υπηρέτριες έτσι ήταν, αλλά τώρα η Μάιντιν τις προσπέρασε τρικλίζοντας και, κάπως αποχαυνωμένη, βύθισε τα χέρια της σ’ έναν κουβά με νερό, έφερε στο στόμα της δύο γεμάτες χούφτες, σκασμένη μάλλον από τη δίψα, κι έπειτα το σκούπισε με την ανάστροφη του χεριού της.
«Θέλω να σκοτώσω τη Θεράβα καθώς θα φεύγουμε», είπε βαριά. «Πολύ θα ήθελα να την ξεκάνω τώρα κιόλας». Τα γαλανά της μάτια ζωντάνεψαν και φάνηκαν να βγάζουν φλόγες. «Είσαι ασφαλής, Γκαλίνα. Πίστεψε πως είχα μπει για να κλέψω. Δεν είχα αρχίσει να ψάχνω ακόμα. Κάτι... Κάτι έγινε κι έφυγε. Αφού πρώτα με έδεσε, για αργότερα». Η ζέση χάθηκε από το βλέμμα της κι αντικαταστάθηκε με απορία. «Τι συμβαίνει, Γκαλίνα; Ακόμα κι εγώ μπορώ να το νιώσω, κι έχω τόσο λίγες ικανότητες, ώστε εκείνες οι Αελίτισσες έβγαλαν το συμπέρασμα πως δεν ήμουν διόλου επικίνδυνη». Η Μάιντιν είχε την ικανότητα της διαβίβασης. Χωρίς μεγάλη αξιοπιστία, βέβαια, ούτε για πάρα πολύ —από τα λίγα που γνώριζε η Φάιλε, ο Λευκός Πύργος θα την είχε ξαποστείλει μέσα σε λίγες βδομάδες, αλλά η Μάιντιν ισχυριζόταν πως δεν είχε πάει ποτέ— άρα η ικανότητά της δεν μπορούσε να συμβάλει ιδιαίτερα στην απόδρασή τους. Η Φάιλε ήταν έτοιμη να ρωτήσει σε τι ακριβώς αναφερόταν, αλλά δεν της δόθηκε η ευκαιρία.
Το πρόσωπο της Γκαλίνα εξακολουθούσε να είναι ωχρό, κατά τ’ άλλα όμως διατηρούσε τη γαλήνη μιας Άες Σεντάι. Ωστόσο, άρπαξε με τη χούφτα της την κουκούλα της Μάιντιν, όπως και τα μαλλιά που υπήρχαν από κάτω, και τράβηξε το κεφάλι της προς τα πίσω. «Να μη σε νοιάζει», της είπε ψυχρά. «Δεν έχει να κάνει μ’ εσένα. Το μόνο που πρέπει να σε νοιάζει είναι να εξασφαλίσεις αυτό που θέλω. Αλλά αυτό θα πρέπει να σε νοιάζει πάρα πολύ».
Πριν η Φάιλε προλάβει να κινηθεί για να υπερασπιστεί τη Μάιντιν, πετάχτηκε μια άλλη γυναίκα, που φορούσε τη φαρδιά, χρυσαφιά ζώνη πάνω από το λευκό της φόρεμα, τραβώντας απότομα την Γκαλίνα και ρίχνοντάς τη με δύναμη στο έδαφος. Πλαδαρή και συνηθισμένη, η Άραβαϊν έδινε την εντύπωση μιας βαριεστημένης και παρατημένης γυναίκας την πρώτη φορά που την είχε δει η Φάιλε, την ημέρα που η Αμαδισιανή τής είχε δώσει τη χρυσή ζώνη που φορούσε και της είχε πει ότι από δω και στο εξής ήταν στην υπηρεσία της «Αρχόντισσας Σεβάνα». Στο μεταξύ, η Άραβαϊν είχε σκληρύνει περισσότερο κι από τη Μάιντιν.
«Είσαι τρελή; Άπλωσες χέρι σε Άες Σεντάι;» είπε κοφτά η Γκαλίνα, πασχίζοντας να σταθεί στα πόδια της. Σκουπίζοντας τις βρωμιές που λέκιαζαν το μεταξωτό της ρούχο, έριξε ένα βλέμμα γεμάτο μίσος προς τη μεριά της πλαδαρής γυναίκας. «Θα σε...»
«Μήπως θα ’πρεπε να αναφέρω στη Θεράβα ότι κακομεταχειρίστηκες μία από τις γκαϊ’σάιν της Σεβάνα;» την έκοψε με παγερή φωνή η Άραβαϊν. Η προφορά της ήταν κομψή. Θα μπορούσε κάλλιστα να πρόκειται για μια διακεκριμένη εμπόρισσα ή ακόμα κι ευγενή, αλλά δεν είχε αποκαλύψει ποτέ τι ήταν πριν ντυθεί στα λευκά. «Την τελευταία φορά που η Θεράβα θεώρησε πως έχωνες τη μύτη σου εκεί που δεν έπρεπε, σ’ άκουσαν να σκούζεις και να παρακαλάς σε απόσταση εκατό βημάτων».
Η Γκαλίνα έτρεμε από οργή κι ήταν η πρώτη φορά που η Φάιλε έβλεπε μια Άες Σεντάι τόσο έξαλλη. Κατέβαλλε προφανή προσπάθεια για αυτοέλεγχο, αλλά η φωνή της έσταζε δηλητήριο. «Οι Άες Σεντάι κάνουν ό,τι κάνουν για δικούς τους λόγους, Αραβαϊν, τους οποίους εσύ μάλλον δεν θα καταλάβαινες. Έχεις την ευθύνη των πράξεών σου και, όταν το αποφασίσω, θα το πληρώσεις πολύ ακριβά. Θα το μετανιώσεις μέχρι τα μύχια της ψυχής σου». Σκούπισε μία ακόμα φορά τα ρούχα της κι απομακρύνθηκε με αγέρωχο βήμα, όχι πλέον σαν βασίλισσα που περιφρονεί τον όχλο, αλλά σαν λεοπάρδαλη έτοιμη να προκαλέσει ένα πρόβατο να μπει στον δρόμο της.
Η Άραβαϊν την παρακολουθούσε να ξεμακραίνει. Τα λόγια της γυναίκας δεν της είχαν κάνει εντύπωση κι ήταν κάπως απρόθυμη να μιλήσει. «Φάιλε, σε θέλει η Σεβάνα», ήταν το μόνο που είπε.
Η Φάιλε δεν μπήκε στον κόπο να μάθει τον λόγο. Στέγνωσε τα χέρια της, ανασκουμπώθηκε κι ακολούθησε την Αμαδισιανή, αφού υποσχέθηκε στην Αλιάντρε και στη Μάιντιν να επιστρέψει το συντομότερο δυνατόν. Η Σεβάνα είχε εντυπωσιαστεί από αυτές τις τρεις γυναίκες. Η Μάιντιν, η μόνη πραγματική υπηρέτρια μεταξύ των γκαϊ’σάιν της, έμοιαζε να της τραβάει το ενδιαφέρον όσο κι η Βασίλισσα Αλιάντρε, ίσως κι η Φάιλε, μια γυναίκα αρκετά ισχυρή για να έχει μια βασίλισσα ως ακόλουθη, κι υπήρχαν φορές που τις καλούσε ονομαστικά για να τη βοηθήσουν να αλλάξει ρούχα ή να πλυθεί στη μεγάλη χάλκινη μπανιέρα που χρησιμοποιούσε συχνότερα από τη σκηνή του μόχθου, ή απλώς για να της βάλουν κρασί. Τον υπόλοιπο καιρό, τους ανέθετε αγγαρείες παρόμοιες με των άλλων υπηρετών της, αλλά δεν ρωτούσε ποτέ αν είχαν ήδη κάποια δουλειά να κάνουν, ούτε τις άφηνε ελεύθερες εξαιτίας της. Ό,τι κι αν ήταν αυτό που ζητούσε η Σεβάνα, η Φάιλε ήξερε πως τη θεωρούσε υπεύθυνη για την μπουγάδα μαζί με τις άλλες δύο. Η Σεβάνα επιθυμούσε να γίνονται τα πάντα όποτε ήθελε αυτή, και δεν δεχόταν καμία απολύτως δικαιολογία.