Выбрать главу

Η Φάιλε δεν χρειαζόταν κάποιον να της δείξει τον δρόμο για τη σκηνή της Σεβάνα, αλλά η Αραβαϊν την οδήγησε μέσα από το πλήθος των νεροκουβαλητών μέχρι που έφτασαν στις πρώτες χαμηλές σκηνές των Αελιτών. Εκεί, έδειξε προς την αντίθετη κατεύθυνση από εκείνη όπου βρισκόταν η σκηνή της Σεβάνα, κι είπε: «Από δω, πρώτα».

Η Φάιλε σταμάτησε απότομα. «Γιατί;» ρώτησε καχύποπτα. Η αλήθεια ήταν ότι ανάμεσα στους υπηρέτες της Σεβάνα, άντρες και γυναίκες, υπήρχαν και κάποιοι που ζήλευαν το ενδιαφέρον της αφέντρας τους για τη Φάιλε, την Αλιάντρε και τη Μάιντιν. Παρ’ όλο που η Φάιλε δεν είχε αντιληφθεί κάτι τέτοιο εκ μέρους της Άραβαϊν, δεν ήταν απίθανο ορισμένοι από τους υπόλοιπους να προσπαθούσαν να τις μπλέξουν δίνοντάς τους λανθασμένες οδηγίες.

«Σίγουρα θα θες να δεις αυτό προτού δεις τη Σεβάνα, πίστεψέ με».

Η Φάιλε άνοιξε το στόμα της για να απαιτήσει επιπλέον εξηγήσεις, αλλά η Αραβαϊν απλώς της γύρισε την πλάτη και ξεμάκρυνε. Η Φάιλε μάζεψε το κάτω μέρος του ρούχου της κι ακολούθησε.

Ανάμεσα στις σκηνές υπήρχαν κάθε είδους καρότσες κι άμαξες, με έλκηθρα στη θέση των τροχών. Οι περισσότερες ήταν κατάφορτες με ογκώδη δεμάτια, ξύλινα καφάσια και βαρέλια, ενώ οι τροχοί τους ήταν δεμένοι στην κορυφή των φορτίων, αλλά η Φάιλε δεν χρειάστηκε να ακολουθήσει για πολύ την Άραβαϊν πριν προσέξει μια επίπεδη άμαξα που την είχαν αδειάσει, αν και το δάπεδο της μόνο άδειο δεν ήταν. Δύο γυναίκες κείτονταν πάνω στις τραχιές ξύλινες σανίδες, γυμνές και βάναυσα δεμένες. Τουρτούριζαν από την παγωνιά, αλλά ταυτόχρονα λαχάνιαζαν λες κι έτρεχαν πριν. Τα κεφάλια τους κρέμονταν κουρασμένα στο πλάι, αλλά ξαφνικά κοίταξαν ψηλά, προς το μέρος της Φάιλε, λες κι είχαν αντιληφθεί την παρουσία της με κάποιον τρόπο. Η Αρέλα, μια σκουρόχρωμη Δακρυνή, ψηλή όσο οι περισσότερες Αελίτισσες, αποτράβηξε τη ματιά της γεμάτη αμηχανία, ενώ η Λασίλ, η λυγερή και χλωμή Καιρχινή, αναψοκοκκίνισε.

«Τις έφεραν σήμερα το πρωί», εξήγησε η Αραβαϊν, παρατηρώντας το πρόσωπο της Φάιλε. «Θα τις λύσουν πριν σκοτεινιάσει, μια κι είναι η πρώτη φορά που προσπάθησαν να το σκάσουν, αν κι αμφιβάλλω κατά πόσον θα είναι σε θέση να περπατήσουν μέχρι αύριο».

«Και γιατί μου τις δείχνεις;» ρώτησε η Φάιλε. Είχαν φροντίσει πάρα πολύ να κρατήσουν μυστική τη μεταξύ τους επαφή.

«Ξεχνάς, Αρχόντισσά μου, ότι βρισκόμουν εκεί όταν σας έντυσαν όλες στα λευκά». Η Αραβαϊν την περιεργάστηκε για μια στιγμή και ξαφνικά άρπαξε τα χέρια της Φάιλε και τα γύρισε, έτσι ώστε τα δικά της χέρια να βρεθούν ανάμεσα στις παλάμες της. Λύγισε τα γόνατά της, λες κι ήταν έτοιμη να γονατίσει, κι είπε γρήγορα: «Υπό το Φως και με την ελπίδα αναγέννησης, εγώ, η Αραβαϊν Καρνέλ, δεσμεύομαι να δείχνω αιώνια πίστη κι υπακοή στην Αρχόντισσα Φάιλε τ’ Αϋμπάρα».

Μόνο η Λασίλ φάνηκε να προσέχει τη σκηνή· οι περαστικοί Σάιντο δεν έμοιαζαν να δίνουν σημασία σε δύο γκαϊ’σάιν. Η Φάιλε αποτράβηξε τα χέρια της. «Πώς ξέρεις αυτό το όνομα;» Φυσικά, είχε αναγκαστεί να δώσει κάτι παραπάνω από το απλό όνομα «Φάιλε», αλλά, από τη στιγμή που συνειδητοποίησε πως κανείς από τους Σάιντο δεν είχε ιδέα ποιος ήταν ο Ντάβραμ Μπασίρε, είχε διαλέξει το «Φάιλε Μπασίρε». Εκτός από την Αλιάντρε και τις υπόλοιπες, μονάχα η Γκαλίνα γνώριζε την αλήθεια. Ή έτσι νόμιζε, τουλάχιστον. «Σε ποιον το έχεις αναφέρει;»

«Έχω αυτιά κι ακούω, Αρχόντισσά μου. Άκουσα μια φορά την Γκαλίνα να σου μιλάει». Η φωνή της Αραβαϊν χρωματιζόταν από αμηχανία. «Και δεν το έχω πει σε κανέναν». Δεν ακουγόταν ξαφνιασμένη που η Φάιλε επιθυμούσε να κρύψει το πραγματικό της όνομα, αν κι ήταν ολοφάνερο ότι το επίθετο «τ’ Αϋμπάρα» δεν σήμαινε τίποτα για την Άραβαϊν. Ίσως και το «Άραβαϊν Καρνέλ» να μην ήταν το αληθινό όνομα της γυναίκας, ή ένα μέρος του τουλάχιστον. «Εδώ, πρέπει να κρατάει κανείς προσεκτικά φυλαγμένα τα μυστικά του, όπως και στο Άμαντορ. Ήξερα πως αυτές οι γυναίκες είναι δικές σου, αλλά δεν το είπα σε κανέναν. Ξέρω ότι σκοπεύεις να δραπετεύσεις. Ήμουν σίγουρη από τη δεύτερη ή τρίτη μέρα και τίποτα απ’ όσα είδα στο μεταξύ δεν μ’ έπεισε για το αντίθετο. Δέξου τον όρκο μου και πάρε με μαζί σου. Μπορώ να βοηθήσω κι, επιπλέον, είμαι άξια εμπιστοσύνης. Το απέδειξα φυλάγοντας τα μυστικά σου. Σε παρακαλώ». Η τελευταία λέξη βγήκε κάπως βεβιασμένη, λες και την πρόφερε κάποιος που δεν είχε συνηθίσει να λέει τέτοια. Ναι, έδινε περισσότερο την εντύπωση ευγενούς παρά εμπόρισσας.