Выбрать главу

«Αυτό που συμβαίνει σήμερα συνεπάγεται κινδύνους», άρχισε η Θεράβα, με τον αέρα κάποιου που έχει κουραστεί να επαναλαμβάνεται, κι είναι έτοιμος να τραβήξει το μαχαίρι από το ζωνάρι. Καθώς μιλούσε χάιδευε τη λαβή του, όχι και τόσο αφηρημένα, σκέφτηκε η Φάιλε. «Είναι αναγκαίο να απομακρυνθούμε απ’ αυτό το πράγμα, ό,τι κι αν είναι, όσο το δυνατόν περισσότερο και το συντομότερο. Υπάρχουν βουνά στ’ ανατολικά. Μόλις φτάσουμε εκεί, θα είμαστε ασφαλείς και θα μπορέσουμε να ενοποιήσουμε ξανά όλες τις σέπτες, οι οποίες δεν θα αποχωρίζονταν ποτέ η μία από την άλλη αν δεν ήσουν τόσο σίγουρη για τον εαυτό σου, Σεβάνα».

«Μιλάς εσύ για ασφάλεια;» είπε η Σεβάνα γελώντας. «Μήπως γέρασες και ξεδοντιάστηκες και πρέπει να σε ταΐζουν ψωμί και γάλα; Κοίτα. Πόσο μακριά είναι αυτά τα βουνά που λες; Πόσες μέρες, πόσες βδομάδες πρέπει να σερνόμαστε σ’ αυτό το καταραμένο χιόνι;» Έδειξε προς την επιφάνεια του τραπεζιού ανάμεσά τους έναν χάρτη απλωμένο και στηριζόμενο από δύο βαριές χρυσές γαβάθες κι ένα βαρύ χρυσό κηροπήγιο με τρεις υποδοχές. Οι πιο πολλοί Αελίτες περιφρονούσαν τους χάρτες, αλλά η Σεβάνα τούς είχε συνηθίσει, μαζί με διάφορα άλλα έθιμα των υδρόβιων. «Ό,τι κι αν έγινε, βρίσκεται πολύ μακριά, Θεράβα. Συμφώνησες κι εσύ, όπως κι οι Σοφές. Η πόλη αυτή είναι γεμάτη φαΐ, αρκετό να μας θρέψει επί βδομάδες αν παραμείνουμε εδώ. Άλλωστε, ποιος θα μας εμποδίσει; Αν παραμείνουμε... Θα έχεις υπ’ όψιν σου, βέβαια, τα μηνύματα που έφεραν οι αγγελιαφόροι. Μέσα σε δύο-τρεις βδομάδες, το αργότερο τέσσερις, δέκα επιπλέον σέπτες, ίσως και περισσότερες, θα έχουν ενωθεί μαζί μου! Αν πιστέψουμε κι ετούτους τους υδρόβιους από την πόλη, το χιόνι θα έχει λιώσει μέχρι τότε, οπότε θα ταξιδέψουμε πιο γρήγορα, γιατί δεν θα χρειάζεται να σέρνουμε τα υπάρχοντά μας πάνω σε έλκηθρα». Η Φάιλε αναρωτήθηκε αν κάποιος από τους ανθρώπους της πόλης τις είχε προειδοποιήσει για τη λάσπη.

«Δέκα σέπτες θα ενωθούν μαζί σου», είπε η Θεράβα σε ομοιόμορφο τόνο, με εξαίρεση την τελευταία λέξη. Το χέρι της σφίχτηκε στη λαβή του μαχαιριού. «Μιλάς εκ μέρους του αρχηγού της φατρίας, Σεβάνα, κι εγώ έχω εκλεγεί για να σε συμβουλεύω ως αρχηγό φατρίας, άρα πρέπει να ακούς τις συμβουλές για το καλό όλης της φατρίας μας. Σε συμβουλεύω να κινηθείς ανατολικά, και μόνο ανατολικά. Οι σέπτες μπορούν να ενωθούν μαζί μας στα βουνά το ίδιο εύκολα μ’ εδώ, κι αν χρειαστεί να πεινάσουμε λίγο στον δρόμο, ε, όλο και κάτι ξέρουμε από στερήσεις».

Η Σεβάνα ψηλάφισε τα περιδέραιά της, πιάνοντας με το δεξί της χέρι ένα τεράστιο σμαράγδι, που έλαμπε σαν πράσινη φλόγα στο φως των φανών. Το στόμα της σφίχτηκε, δίνοντάς της πειναλέα όψη. Μπορεί να είχε κάποια οικειότητα με τη στέρηση, αλλά παρά την έλλειψη ζεστασιάς στη σκηνή, δεν ήταν σίγουρο ότι θα την προτιμούσε ως εναλλακτική λύση. «Μιλάω εκ μέρους του αρχηγού και λέω ότι θα παραμείνουμε εδώ». Υπήρχε κάτι παραπάνω από μια χροιά πρόκλησης στη φωνή της, αλλά δεν έδωσε στη Θεράβα την ευκαιρία να της πάει κόντρα. «Α, βλέπω ότι ήρθε η Φάιλε, η καλή κι υπάκουη γκαϊ’σάιν μου». Πήρε από το τραπέζι κάτι που ήταν τυλιγμένο σε ύφασμα και το ξετύλιξε. «Το αναγνωρίζεις αυτό, Φάιλε Μπασίρε;»

Αυτό που κρατούσε η Σεβάνα ήταν ένα μαχαίρι με λεπίδα μονής κοπής, μήκους μιάμισης παλάμης περίπου, ένα απλό εργαλείο σαν κι αυτά που κουβαλούν επάνω τους χιλιάδες αγρότες. Η Φάιλε, όμως, αναγνώρισε αμέσως τα σχέδια με τα πριτσίνια πάνω στην ξύλινη λαβή, καθώς και το πελεκούδι στην κόψη. Ήταν το μαχαίρι που με τόση προσοχή είχε κλέψει και κρύψει. Δεν είπε τίποτα, μια και δεν υπήρχε κάτι για να πει. Απαγορευόταν στους γκαϊ’σάιν να φέρουν όπλα, ακόμα κι ένα απλό μαχαίρι, παρά μόνο για να κόψουν κρέας ή λαχανικά για μαγείρεμα. Ωστόσο, δεν κατάφερε να συγκρατήσει το ξάφνιασμά της όταν η Σεβάνα συνέχισε να μιλάει.