«Μου το έφερε η Γκαλίνα πριν προλάβεις να το χρησιμοποιήσεις, για οποιονδήποτε λόγο. Αν μαχαίρωνες κανέναν, θα θύμωνα πολύ».
Η Γκαλίνα; Μα, βέβαια. Η Άες Σεντάι δεν θα τους επέτρεπε να το σκάσουν πριν κάνουν όσα ήθελε.
«Είναι σοκαρισμένη, Θεράβα». Το γέλιο της Σεβάνα υποδήλωνε ότι το διασκέδαζε. «Η Γκαλίνα γνωρίζει πολύ καλά τι απαιτείται από μια γκαϊ’σάιν, Φάιλε Μπασίρε. Τι να την κάνω αυτή, Θεράβα; Να μια συμβουλή που μπορείς να μου δώσεις. Κάμποσοι υδρόβιοι πέθαναν επειδή έκρυβαν όπλα, αλλά αυτή εδώ δεν θα ’θελα να τη χάσω».
Η Θεράβα ανασήκωσε το πηγούνι της Φάιλε με τον δείκτη της και την κοίταξε κατάματα. Η Φάιλε συνάντησε τη ματιά της με βλέμμα σταθερό, αν κι ένιωθε τα γόνατά της να τρέμουν, και δεν προσπάθησε να πείσει τον εαυτό της ότι δήθεν έφταιγε το κρύο. Η Φάιλε γνώριζε καλά ότι δεν ήταν δειλή, αλλά μόλις την κοίταξε η Θεράβα, ένιωσε σαν κουνέλι πιασμένο στα νύχια αετού, περιμένοντας το μοιραίο χτύπημα του ράμφους. Η Θεράβα ήταν εκείνη που της είχε πρωτοπεί να κατασκοπεύσει τη Σεβάνα, κι όσο επιφυλακτικές κι αν ήταν οι άλλες Σοφές, η Φάιλε δεν είχε την παραμικρή αμφιβολία πως η Θεράβα θα της έκοβε τον λαιμό δίχως κανέναν ενδοιασμό αν αποτύγχανε. Δεν είχε κανένα νόημα να προσποιείται πως δεν φοβόταν τη γυναίκα. Απλώς, έπρεπε να ελέγξει τον φόβο της. Αν μπορούσε, δηλαδή.
«Θαρρώ πως έχει βάλει σκοπό να το σκάσει, Σεβάνα. Μου φαίνεται, όμως, πως τελικά θα μάθει να υπακούει».
Το τραχύ ξύλινο τραπέζι είχε στηθεί μεταξύ των σκηνών, στο κενό διάστημα κοντά στη σκηνή της Σεβάνα, εκατό βήματα μακριά. Αρχικά, η Φάιλε σκέφτηκε πως το χειρότερο θα ήταν η ντροπή που θα ένιωθε εξαιτίας της γύμνιας της, αλλά και το τσουχτερό κρύο που την έκανε να ανατριχιάζει. Ο ήλιος είχε χαμηλώσει στον ορίζοντα. Ο αέρας είχε ψυχράνει, ενώ θα γινόταν παγερός ίσαμε το πρωί. Έπρεπε να μείνει εκεί μέχρι να ξημερώσει. Οι Σάιντο ήταν πολύ καλοί στο να μαθαίνουν τι ντρόπιαζε περισσότερο τους υδρόβιους, και το χρησιμοποιούσαν συχνά ως τιμωρία. Η Φάιλε νόμιζε πως θα πέθαινε από ντροπή κάθε φορά που την κοιτούσε κάποιος, αλλά οι Σάιντο που την προσπερνούσαν δεν έδιναν την παραμικρή σημασία. Από μόνη της, η γύμνια δεν θεωρούνταν ντροπή μεταξύ των Αελιτών. Η Άραβαϊν ήρθε κοντά της και σταμάτησε ίσα-ίσα για να της ψιθυρίσει: «Κάνε κουράγιο». Έπειτα, έφυγε. Η Φάιλε κατάλαβε. Ασχέτως του αν η γυναίκα ήταν πιστή ή όχι, δεν τολμούσε να κάνει τίποτα για να τη βοηθήσει.
Λίγο αργότερα, η Φάιλε έπαψε να ανησυχεί για το θέμα της ντροπής. Είχαν δέσει τους καρπούς της πίσω από την πλάτη της, ενώ οι αστράγαλοι της είχαν διπλωθεί και δεθεί στους αγκώνες της. Τώρα καταλάβαινε για ποιο λόγο ήταν λαχανιασμένες η Λασίλ κι η Αρέλα. Σε αυτή τη θέση, έπρεπε να κάνεις πολύ μεγάλη προσπάθεια για να ανασάνεις. Η παγωνιά γινόταν όλο κι εντονότερη, μέχρι που η γυναίκα έτρεμε ανεξέλεγκτα, αλλά ακόμα κι αυτό μπήκε σύντομα σε δεύτερη μοίρα. Οι κράμπες άρχισαν να της καίνε τα πόδια, τους ώμους και τα πλευρά, οι μύες της έμοιαζαν να έχουν γίνει ένα δεμάτι που είχε πιάσει φωτιά, λες και περιπλέκονταν μεταξύ τους, όλο και πιο σφιχτά. Κατέβαλε προσπάθεια να μην ουρλιάξει, κι αυτή η προσπάθεια έγινε σύντομα το κέντρο της ύπαρξης της. Δεν-έπρεπε-να-ουρλιάξει. Όμως, μα το Φως, πόσο πονούσε!
«Η Σεβάνα διέταξε να μείνεις εκεί έως το ξημέρωμα, Φάιλε Μπασίρε, αλλά δεν είπε ότι δεν μπορείς να έχεις συντροφιά».
Χρειάστηκε να βλεφαρίσει κάμποσες φορές μέχρι να καθαρίσει η όρασή της. Ο ιδρώτας τής έτσουζε τα μάτια. Πώς ήταν δυνατόν να ιδρώνει ενώ είχε παγώσει μέχρι το μεδούλι; Ο Ρόλαν στεκόταν μπροστά της και, παραδόξως, είχε μαζί του ένα ζευγάρι χαμηλά, μπρούντζινα μαγκάλια γεμάτα αναψοκοκκινισμένα κάρβουνα, με κομμάτια υφάσματος τυλιγμένα γύρω από το κάθε τους πόδι για να προστατεύει τα χέρια του οπό την επαφή. Την είδε να κοιτάζει με λαχτάρα τα μαγκάλια, κι ανασήκωσε τους ώμους του. «Το πάλαι ποτέ, δεν με πείραζε διόλου να περάσω μια ολόκληρη νύχτα έξω, στο κρύο, αλλά από τότε που διέσχισα το Δρακότειχος, φαίνεται πως έγινα μαλθακός».
Η γυναίκα αγκομάχησε σχεδόν μόλις ο Ρόλαν τοποθέτησε τα μαγκάλια κάτω από το τραπέζι. Η ζεστασιά αναδύθηκε, περνώντας μέσα από τις σχισμές των σανίδων. Οι μυώνες της εξακολουθούσαν να ξεφωνίζουν από τις κράμπες αλλά, ω, πόσο ευλογημένη ήταν αυτή η ζεστασιά. Κοντανάσανε μόλις ο άντρας έβαλε το ένα του χέρι πάνω στο στήθος της και το άλλο διαγώνια στα λυγισμένα της γόνατα. Ξαφνικά, αντιλήφθηκε την πίεση να χάνεται από τους αγκώνες της. Την είχε... ζουλήξει. Άρχισε να της τρίβει τον γοφό με το ένα του χέρι, κι η Φάιλε κόντεψε να ξεφωνίσει καθώς τα δάχτυλά του βυθίστηκαν στους μυώνες που είχαν δεθεί κόμπο, αλλά τους ένιωσε να χαλαρώνουν αμέσως. Εξακολουθούσαν να πονούν, όπως και οι μαλάξεις που της έκανε, αλλά ο πόνος στους μυς του ενός γοφού είχε αρχίσει να γίνεται διαφορετικός. Όχι ότι λιγόστευε ακριβώς, αλλά ήξερε πως αυτό θα συνέβαινε αν ο άντρας συνέχιζε τις μαλάξεις.