«Δεν σε πειράζει να ασχοληθώ για λίγο μέχρι να βρω τρόπο να σε κάνω να γελάσεις, ε;» τη ρώτησε.
Ξαφνικά, η Φάιλε συνειδητοποίησε ότι γελούσε, και μάλιστα όχι υστερικά. Όχι εντελώς, τουλάχιστον. Την είχαν δέσει σαν χήνα έτοιμη για τον φούρνο, κι είχε σωθεί για δεύτερη φορά από την παγωνιά από έναν άντρα που ήταν προτιμότερο να μη μαχαιρώσει, τελικά. Πάντως, από δω και πέρα, η μεν Σεβάνα θα την παρακολουθούσε σαν γεράκι, η δε Θεράβα ίσως επιχειρούσε να την ξεκάνει για παραδειγματισμό, αλλά ήξερε ότι τελικά θα δραπέτευε. Όταν κλείνει μια πόρτα, ανοίγει μια άλλη. Ναι, θα δραπέτευε. Άρχισε να γελάει μέχρι που την έπιασαν τα κλάματα.
10
Ένας Φλεγόμενος Πυρσός
Η γουρλομάτα υπηρέτρια ήταν πιο συνηθισμένη στο ζύμωμα ψωμιού παρά στο κλείσιμο ολόκληρων σειρών από μικροσκοπικά κουμπιά, αλλά με τα πολλά αποτελείωσε το κούμπωμα της Ηλαίην στο βαθυπράσινο φόρεμα ιππασίας, υποκλίθηκε κι έκανε ένα βήμα πίσω βαριανασαίνοντας. Δύσκολο να πεις αν το λαχάνιασμά της προερχόταν από την προσπάθεια ν’ αυτοσυγκεντρωθεί ή από το γεγονός ότι είχε μπροστά της την Κόρη-Διάδοχο. Βέβαια, και το δαχτυλίδι του Μεγάλου Ερπετού στο αριστερό χέρι της Ηλαίην όλο και κάποιο ρόλο θα έπαιζε. Κάτι παραπάνω από είκοσι μίλια ευθείας πορείας σε οδηγούσαν από το μέγαρο του Οίκου Μάθεριν στον Ποταμό Ερινίν με τη σημαντική εμπορική κίνηση, αλλά η απόσταση σε πραγματικά μίλια ήταν κατά πολύ μεγαλύτερη ώστε να καλύπτεται μέσω της οροσειράς του Τσισέν. Οι άνθρωποι εδώ πιο συχνά αντιμετώπιζαν επιδρομές κατά μήκος των συνόρων τους με το Μουράντυ, παρά υποδέχονταν επισκέπτες, πόσω μάλλον ένα πακέτο που περιλάμβανε την Κόρη-Διάδοχο και μία Άες Σεντάι. Τέτοια τιμή ήταν αβάσταχτη για κάποιους υπηρέτες. Η Έλσι είχε διπλώσει σχολαστικά τη γαλάζια μεταξωτή εσθήτα που φορούσε το προηγούμενο βράδυ η Ηλαίην, τοποθετώντας την προσεκτικά σε ένα μεγάλο δερμάτινο σεντούκι ταξιδίου —ένα εκ των δύο που υπήρχαν στο δωμάτιο ιματισμού— τόσο σχολαστικά, ώστε η Ηλαίην παραλίγο ν’ αναλάβει μόνη της τη δουλειά, για να τελειώσει ταχύτερο. Δεν κοιμόταν καλά στην αρχή, ο ύπνος της ήταν ταραγμένος κι άστατος, αλλά κι όταν κοιμόταν τελικά, ξυπνούσε αργά, οπότε δεν είχε όρεξη για προστριβές κι ανυπομονούσε να επιστρέψει στο Κάεμλυν.
Ήταν η πέμπτη φορά που είχε διανυκτερεύσει εκτός Κάεμλυν αφότου είχε μάθει ότι η πόλη απειλούνταν. Σε κάθε ταξίδι της, αφιέρωνε μία μέρα για να επισκεφθεί τρία ή τέσσερα μέγαρα —μια φορά, μάλιστα, πέντε—, ιδιοκτησίες αντρών και γυναικών δεσμευμένων με τον Οίκο Τράκαντ, είτε επρόκειτο για δεσμούς αίματος είτε για όρκους. Κάθε επίσκεψη απαιτούσε και τον ανάλογο χρόνο. Ένιωθε τον χρόνο να την πιέζει μέχρι το μεδούλι, ωστόσο ήταν απαραίτητο να παρουσιάζει μια εξαιρετική εικόνα. Τα ρούχα ιππασίας χρησίμευαν στις διαδρομές από το ένα μέγαρο στο άλλο, έτσι ώστε να μη φθάνει τσαλακωμένη κι όμοια με πρόσφυγα, αλλά έπρεπε να αλλάζει διαρκώς, αποφασίζοντας κατά πόσον η περίπτωση απαιτούσε ρούχα για μία ολόκληρη νύχτα ή μόνο για λίγες ώρες. Οι μισές από αυτές τις ώρες μπορεί να αναλώνονταν στην αλλαγή των ρούχων ιππασίας σε εσθήτα και τούμπαλιν. Τα μεν ρούχα ιππασίας δήλωναν βιασύνη κι ανάγκη, ίσως κι απόγνωση, ενώ το στέμμα της Κόρης-Διαδόχου κι η κεντητή εσθήτα με τις δαντελένιες λεπτομέρειες, ατσαλάκωτη από το πακέτο με τις ταξιδιωτικές θήκες και πεντακάθαρη, δήλωναν ισχύ κι αυτοπεποίθηση. Η Ηλαίην δεν το είχε σε τίποτα να φέρει μαζί και την υπηρέτριά της, για να κάνει ακόμα μεγαλύτερη εντύπωση, αλλά η Εσάντε αδυνατούσε να την ακολουθήσει καταμεσής του χειμώνα, αν κι η Ηλαίην υποπτευόταν πως η βραδύτητα της γυναίκας με τα λευκά μαλλιά πιθανότατα θα την εκνεύριζε. Ωστόσο, η Εσάντε δεν ήταν τόσο αργή όσο ετούτη εδώ η γουρλομάτα νεαρή Έλσι.
Εν τέλει, η Έλσι τής έδωσε τον πορφυρό μανδύα με τη γούνινη φόδρα, κάνοντας μια υπόκλιση και κουμπώνοντάς τον βιαστικά γύρω από τους ώμους της. Μια φωτιά έκαιγε στην πέτρινη εστία, αλλά το δωμάτιο δεν ήταν ούτε κατά διάνοια ζεστό κι η Ηλαίην δεν είχε πια την πολυτέλεια να αγνοεί το κρύο. Το κορίτσι τινάχτηκε απότομα, ρωτώντας την Ηλαίην μήπως θα μπορούσε να φέρει μερικούς άντρες για να κουβαλήσουν τα σεντούκια, κι αν αυτό θα ευχαριστούσε τη Μεγαλειότητά της. Την πρώτη φορά που την είχε ρωτήσει, η Ηλαίην τής είχε εξηγήσει ευγενικά ότι δεν ήταν ακόμη Βασίλισσα, αλλά η Έλσι φάνηκε να τρομάζει στην ιδέα ότι έπρεπε να της απευθύνεται μ’ ένα απλό «Αρχόντισσα μου» ή «Πριγκίπισσά μου». Η αλήθεια είναι ότι αυτό το τελευταίο θεωρούνταν πια εντελώς παρωχημένο. Ανεξάρτητα από την καταλληλότητα ή όχι του τίτλου, η Ηλαίην αρεσκόταν στην προσφώνηση, σαν να καθόταν ήδη στον θρόνο, αλλά σήμερα το πρωί ήταν πολύ κουρασμένη κι ανυπομονούσε να ταξιδέψει. Πνίγοντας ένα χασμουρητό, πρόσταξε τραχιά την Έλσι να φέρει τους άντρες —και γρήγορα, μάλιστα— και στράφηκε στο πλαίσιο της πόρτας. Η κοπέλα έσπευσε να την ανοίξει —αν κι η ίδια θα το είχε κάνει πιο γρήγορα— υποκλινόμενη καθώς την άνοιγε, αλλά και καθώς την έκλεινε. Η σκιστή μεταξένια φούστα ψιθύρισε φουριόζικα καθώς η Ηλαίην έβγαινε καμαρωτή από το δωμάτιο φορώντας στα χέρια της τα κόκκινα γάντια ιππασίας. Αν η Έλσι την καθυστερούσε ένα δευτερόλεπτο ακόμα, είχε την εντύπωση πως θα ούρλιαζε.