Ωστόσο, εκείνη που ούρλιαξε ήταν η υπηρέτρια, προτού η Ηλαίην κάνει καλά-καλά τρία βήματα. Ήταν ένα φοβερό ουρλιαχτό, που έμοιαζε να της ξεσκίζει τον λαιμό. Ο μανδύας αναδεύτηκε καθώς η Ηλαίην στράφηκε προς τα πίσω, αγκαλιάζοντας την Αληθινή Πηγή και νιώθοντας την αφθονία του σαϊντάρ να ρέει μέσα της. Η Έλσι στεκόταν στη λωρία του χαλιού που διέτρεχε στη μέση τα ωχρά, καφετιά πλακάκια του πατώματος, ατενίζοντας από την αντίθετη μεριά του διαδρόμου, καλύπτοντας το στόμα της και με τα δύο χέρια. Δύο διασταυρούμενοι διάδρομοι ξεκινούσαν από εκείνη την κατεύθυνση, αλλά τριγύρω δεν υπήρχε ψυχή.
«Τι συμβαίνει, Έλσι;» ρώτησε επιτακτικά η Ηλαίην. Είχε ήδη κάμποσες υφάνσεις στο στάδιο της μορφοποίησης, η γκάμα των οποίων ποίκιλλε από ένα δίχτυ αέρα μέχρι μια μπάλα φωτιάς, η οποία μπορούσε κάλλιστα να αφανίσει τους μισούς τοίχους μπροστά της. Στην παρούσα ψυχολογική κατάστασή της, η Ηλαίην πολύ θα ήθελε να χρησιμοποιήσει μία από δαύτες, να χτυπήσει χρησιμοποιώντας τη Δύναμη. Τώρα τελευταία, η διάθεση της είχε σκαμπανεβάσματα, επιεικώς θέτοντάς το.
Η κοπέλα κοίταξε πάνω από τον ώμο της τρέμοντας· αν προηγουμένως τα μάτια της ήταν γουρλωτά, τώρα κόντευαν να πεταχτούν από τις κόγχες τους. Τα χέρια της παρέμειναν κολλημένα πάνω στο στόμα της, λες και προσπαθούσε να συγκρατήσει μία ακόμη κραυγή. Μελαχρινή και μαυρομάτα, ψηλή, με πλούσιο στήθος και ντυμένη με τη χαρακτηριστική γκριζογάλανη λιβρέα του Οίκου Μάθεριν, η Έλσι δεν ήταν ακριβώς κοπέλα —θα μπορούσε να είναι τέσσερα-πέντε χρόνια μεγαλύτερη της Ηλαίην— αλλά, από τον τρόπο που συμπεριφερόταν, δύσκολα θα τη χαρακτήριζες κάπως αλλιώς.
«Τι συμβαίνει, Έλσι; Και μη μου πεις πως δεν είναι τίποτα. Μοιάζεις σαν να είδες φάντασμα».
Η κοπέλα μαζεύτηκε. «Αυτό είδα», απάντησε αβέβαια. Και μόνο το γεγονός ότι δεν είχε απευθυνθεί στην Ηλαίην με τον τίτλο της, μαρτυρούσε πόσο ταραγμένη ήταν. «Την Αρχόντισσα Νιλάιν, τη γιαγιά του Άρχοντα Έντμουν δηλαδή. Πέθανε όταν ήμουν μικρή, αλλά θυμάμαι ακόμα και τον Άρχοντα Έντμουν να τρέμει όταν εκείνη ξεσπούσε τον θυμό της, υπηρέτριες να πηδούν απ’ την τρομάρα τους όποτε τις κοίταζε, το ίδιο κι οι διάφοροι άλλοι άρχοντες κι αρχόντισσες. Τη φοβόντουσαν όλοι. Εμφανίστηκε ακριβώς μπροστά μου κι ήταν τόσο μουτρωμένη...» Έκοψε τη φράση της κοκκινίζοντας όταν η Ηλαίην άρχισε να γελάει.
Αν μη τι άλλο, ήταν γέλιο ανακούφισης. Ευτυχώς, το Μαύρο Άτζα δεν την είχε ακολουθήσει στο μέγαρο του Άρχοντα Έντμουν. Δεν υπήρχαν δολοφόνοι που την περίμεναν με τα μαχαίρια σε ετοιμότητα, ούτε αδελφές αφοσιωμένες στην Ελάιντα, που ήθελαν να την αρπάξουν και να τη μεταφέρουν πίσω, στην Ταρ Βάλον. Υπήρχαν φορές που ονειρευόταν αυτά τα πράγματα, μαζεμένα όλα σ’ ένα και μόνο όνειρο. Άφησε το σαϊντάρ, απρόθυμα όπως πάντα, μετανιωμένη που όλη αυτή η αφθονία χαράς και ζωής στραγγιζόταν από μέσα της. Ο Οίκος Μάθεριν την υποστήριζε, αλλά στον Έντμουν δεν θα άρεσε διόλου να του καταστρέψει το μισό σπίτι.
«Οι νεκροί δεν μπορούν να βλάψουν τους ζωντανούς, Έλσι», της είπε ευγενικά. Της μίλησε έτσι επειδή είχε γελάσει, όχι επειδή ήθελε κατά βάθος να καρπαζώσεί τη μικρή χαζούλα. «Δεν ανήκουν πια σ’ αυτόν τον κόσμο και δεν μπορούν να αγγίξουν κάτι, ημών συμπεριλαμβανομένων». Το κορίτσι ένευσε κι έκανε άλλη μία υπόκλιση, αλλά κρίνοντας από το μέγεθος των ματιών της κι από το τρεμούλιασμα των χειλιών της, φαίνεται πως δεν είχε πειστεί. Η Ηλαίην, όμως, δεν είχε ώρα για κανάκεμα. «Φέρε τους άντρες για να κουβαλήσουν τα μπαούλα μου, Έλσι», της είπε με σταθερή φωνή, «και μη σκιάζεσαι για τα φαντάσματα». Κάνοντας μία υπόκλιση ακόμη, η κοπέλα απομακρύνθηκε βιαστικά στριφογυρνώντας ανήσυχα το κεφάλι της, μήπως κι η Αρχόντισσα Νιλάιν ξεπηδούσε μέσα από τα φατνώματα των τοίχων. Φαντάσματα! Τι χαζούλα που ήταν η μικρή!