Выбрать главу

Ο Μάθεριν ήταν παλαιός Οίκος, αν κι όχι μεγάλος ή ιδιαίτερα ισχυρός, κι η κυρίως σκάλα που έβγαζε στον διάδρομο της εισόδου ήταν φαρδιά και στολισμένη με μαρμάρινα κιγκλιδώματα. Ο ίδιος ο διάδρομος της εισόδου ήταν μεγάλος χώρος, με γκριζογάλανα πλακάκια κι αντανακλώμενους φανούς λαδιού πιασμένους με αλυσίδες που κρέμονταν από την οροφή, είκοσι πόδια ψηλότερα. Πέρα από μια απλή επιχρύσωση και λεπτομέρειες από ψηφίδες, δεν υπήρχε τίποτα άλλο, αλλά στις πλευρές του διαδρόμου παρατάσσονταν φανταχτερά, σκαλιστά σεντούκια κι ερμάρια, ενώ ο ένας τοίχος ήταν καλυμμένος με δύο ταπισερί. Η μία απεικόνιζε έφιππους άντρες σε κυνήγι λεοπάρδαλης —μία, ούτως ή άλλως, ριψοκίνδυνη ασχολία— κι η άλλη διάφορες γυναίκες του Οίκου Μάθεριν να δωρίζουν ένα ξίφος στην πρώτη Βασίλισσα του Άντορ, γεγονός που έχαιρε μεγάλης εκτίμησης μεταξύ των Μάθεριν, ασχέτως του αν είχε συμβεί πραγματικά ή όχι.

Η Αβιέντα είχε κατέβει ήδη και πηγαινοερχόταν ανήσυχα στον διάδρομο. Η Ηλαίην την είδε κι αναστέναξε. Θα μπορούσαν να μοιράζονται ένα δωμάτιο, αν αυτό δεν υπονοούσε αυτομάτως πως ο Οίκος Μάθεριν δεν διέθετε αρκετούς χώρους για τη φιλοξενία εξεχόντων επισκεπτών, αλλά η Αβιέντα δεν καταλάβαινε πως όσο μικρότερος ήταν ο Οίκος, τόσο μεγαλύτερη ήταν η έπαρση. Συχνά, οι μικρότεροι Οίκοι δεν διέθεταν κάτι περισσότερο. Την έπαρση θα έπρεπε να την καταλαβαίνει, αφού κι η ίδια ακτινοβολούσε άγρια έπαρση και δύναμη. Ευθυτενής και ψηλότερη από την Ηλαίην, με χοντρή μαύρη εσάρπα πάνω από την ξεθωριασμένη μπλούζα και με μια διπλωμένη γκρίζα μαντίλα στο κεφάλι, για να συγκρατεί τα μακριά κοκκινωπά μαλλιά της, ήταν η προσωποποίηση της Σοφής, παρά το γεγονός ότι περνούσε μόλις έναν χρόνο την Ηλαίην. Οι Σοφές με την ικανότητα της διαβίβασης έμοιαζαν συχνά πολύ νεότερες, κι η Αβιέντα είχε τη χαρακτηριστική αξιοπρεπή έκφραση τους. Προς το παρόν τουλάχιστον, αν κι οι δυο τους συνήθιζαν να χασκογελούν. Φυσικά, τα κοσμήματά της περιορίζονταν σ’ ένα μακρύ ασημένιο περιδέραιο από το Κάντορ, μία κεχριμπαρένια πόρπη σε σχήμα χελώνας κι ένα φαρδύ φιλντισένιο βραχιόλι. Οι Σοφές πάντα στολίζονταν με γιρλάντες, περιδέραια και βραχιόλια, αλλά η Αβιέντα δεν είχε γίνει ακόμα Σοφή. Δεν ήταν παρά απλή μαθητευόμενη. Η Ηλαίην δεν τη θεωρούσε ακριβώς έτσι, αλλά πού και πού δημιουργούσε προβλήματα. Μερικές φορές, σκεφτόταν ότι οι Σοφές αντιμετώπιζαν και την ίδια ως μαθητευόμενη ή, τουλάχιστον, ως κάποια που χρειαζόταν διδασκαλία. Ανόητη σκέψη, βέβαια, αλλά μερικές φορές...

Καθώς η Ηλαίην έφθανε στη βάση της σκάλας, η Αβιέντα έσιαξε την εσάρπα της και ρώτησε: «Κοιμήθηκες καλά;» Ο τόνος της φωνής της ήταν ατάραχος, αλλά η ανησυχία είχε φωλιάσει γύρω από τα πράσινα μάτια της. «Δεν χρειάστηκες κρασί για να μπορέσεις να κοιμηθείς, έτσι; Φρόντισα να νερώσουν το κρασί σου στο γεύμα, αλλά σε είδα που κοίταγες καλά-καλά την κανάτα».

«Ναι, μητέρα», αποκρίθηκε η Ηλαίην με μια αηδιαστικά γλυκιά φωνή. «Όχι, μητέρα. Αναρωτιόμουν πώς κι ο Έντμουν πείραξε τόσο καλή σοδειά. Κρίμα που το νέρωσες. Κι ήπια το γάλα κατσίκας πριν πέσω για ύπνο». Αν υπήρχε κάτι που της προκαλούσε τάση εμετού, αυτό ήταν το γάλα κατσίκας! Και να σκεφτεί κανείς ότι της άρεσε κάποτε.

Η Αβιέντα ακούμπησε τις γροθιές πάνω στους γοφούς της, μοιάζοντας τόσο πολύ με την ενσάρκωση της αγανάκτησης, ώστε η Ηλαίην έβαλε τα γέλια. Το να κουβαλά μέσα της ένα παιδί συνεπαγόταν αρκετές ενοχλήσεις, που ποίκιλλαν από τις απότομες παλινδρομήσεις στη διάθεσή της και την τρυφεράδα που ένιωθε στο στήθος, μέχρι την αίσθηση μιας μόνιμης κούρασης, αλλά το κανάκεμα ήταν ό,τι χειρότερο, από μια άποψη. Όλοι στο Βασιλικό Παλάτι γνώριζαν όχι ήταν έγκυος —μάλιστα, μερικοί το ήξεραν πριν από την ίδια, ας είναι καλά η Μιν κι η γλώσσα της— αν κι η ίδια δεν πίστευε σε καμία περίπτωση πως είχε γνωρίσει τόση μητρική στοργή ως παιδί. Ωστόσο, ανεχόταν όλες αυτές τις σκοτούρες όσο αξιοπρεπέστερα μπορούσε. Αυτό έκανε, συνήθως. Σε τελική ανάλυση, όλοι πάσχιζαν να φανούν χρήσιμοι. Ευχήθηκε οι γυναίκες που γνώριζε να μην τη θεωρούσαν άμυαλη εξαιτίας της εγκυμοσύνης της. Οι χειρότερες ήταν εκείνες που δεν είχαν παιδιά.

Υπήρχαν φορές που ευχόταν να της είχε πει η Μιν αν θα γεννούσε αγόρι ή κορίτσι, ή έστω η Αβιέντα ή η Μπιργκίτε να κατάφερναν να θυμηθούν επακριβώς τα λόγια της Μιν, η οποία είχε πάντα δίκιο, μόνο που οι τρεις τους είχαν καταναλώσει κάμποσο κρασί εκείνη τη νύχτα κι η Μιν έφυγε από το παλάτι αρκετή ώρα πριν σκεφτεί να τη ρωτήσει η Ηλαίην. Όταν αναλογιζόταν το παιδί που μεγάλωνε μέσα της, το μυαλό της πήγαινε πάντα στον Ραντ, κι αντιστρόφως. Το ένα ακολουθούσε το άλλο. Ο Ραντ τής έλειπε, αλλά ταυτόχρονα δεν της έλειπε. Ένα μέρος τού εαυτού του, μια αίσθηση, βρισκόταν πάντα στο πίσω μέρος του μυαλού της, εκτός τις φορές που κάλυπτε τον δεσμό με την αίσθηση της άλλης Προμάχου της, της Μπιργκίτε. Ο δεσμός, ωστόσο, είχε περιορισμούς. Ο Ραντ βρισκόταν κάπου δυτικά, αρκετά μακριά για να γνωρίζει η Ηλαίην κάτι περισσότερο από το ότι ήταν ζωντανός, αν και στην περίπτωση που είχε πάθει κάτι, μάλλον θα το ήξερε ήδη. Δεν ήταν καν σίγουρη αν ήθελε πράγματι να μάθει τι έκανε. Όταν την είχε αφήσει, πήγε στον Νότο κι έμεινε κάμποσο καιρό, και τώρα, το ίδιο πρωί κιόλας, είχε Ταξιδέψει δυτικά. Ήταν όντως αρκετά περίεργο να τον αισθάνεται πρώτα προς μια κατεύθυνση κι αμέσως μετά σε μια άλλη, ακόμη πιο μακριά. Ίσως καταδίωκε εχθρούς, ίσως καταδιωκόταν ο ίδιος από εχθρούς, και χίλια δυο άλλα. Η Ηλαίην ήλπιζε να μην ήταν επικίνδυνο αυτό που τον είχε αναγκάσει να Ταξιδέψει. Σύντομα, θα πέθαινε στα χέρια της —αυτό συνέβαινε πάντα στους άντρες που είχαν την ικανότητα της διαβίβασης— αλλά η Ηλαίην επιθυμούσε όσο τίποτε άλλο να τον κρατήσει ζωντανό όσο πιο πολύ γινόταν.