«Μια χαρά είναι», είπε η Αβιέντα λες κι είχε διαβάσει τη σκέψη της. Είχαν μια κοινή αίσθηση από την περίοδο της αμοιβαίας υιοθεσίας τους ως πρωταδελφών, αλλά ο δεσμός αυτός δεν ήταν τόσο ισχυρός όσο εκείνος των Προμάχων, που, μαζί με τη Μιν, μοιράζονταν με τον Ραντ. «Αν κάνει ότι σκοτώνεται, θα του κόψω τ’ αυτιά».
Η Ηλαίην βλεφάρισε και γέλασε ξανά. Η Αβιέντα τής έριξε ένα ξαφνιασμένο βλέμμα και ξέσπασε κι αυτή σε γέλια. Όχι ότι ήταν κάτι ιδιαίτερα αστείο, εκτός αν ήσουν Αελίτης —άλλωστε, το χιούμορ της Αβιέντα παραήταν απαρχαιωμένο— αλλά η Ηλαίην δεν μπορούσε να σταματήσει, κι όσο γελούσε αυτή, τόσο γελούσε κι η Αβιέντα. Καθώς τραντάζονταν από τα γέλια, αγκαλιάστηκαν κι έμειναν ακίνητες. Πολύ παράξενη η ζωή. Αν της έλεγε κάποιος λίγα χρόνια πριν ότι θα μοιραζόταν έναν άντρα με μια άλλη γυναίκα —με δύο άλλες γυναίκες, για την ακρίβεια!— θα τον θεωρούσε τρελό. Και μόνο η ιδέα ήταν αισχρή. Ωστόσο, αγαπούσε την Αβιέντα σχεδόν όσο τον Ραντ —διαφορετικά , βέβαια— κι η Αβιέντα αγαπούσε τον Ραντ όσο κι εκείνη. Αν αρνιόταν κάτι τέτοιο, σήμαινε ότι αρνιόταν την ίδια την Αβιέντα, κάτι που θα μπορούσε εύκολα να οδηγήσει σε χωρισμό. Οι Αελίτισσες, αδελφές ή στενές φίλες, παντρεύονταν συχνά τον ίδιο άντρα, αν και σπάνια ζητούσαν τη γνώμη του. Άρα, θα παντρευόταν τον Ραντ, μαζί με την Αβιέντα και τη Μιν, κι αυτό δεν θα άλλαζε, ό,τι κι αν έλεγε ή σκεφτόταν κάποιος. Αρκεί ο Ραντ να κατόρθωνε να επιβιώσει.
Ξαφνικά, συνειδητοποίησε ότι τα γέλια της μπορεί να κατέληγαν σε δάκρυα. Φως μου, σε ικετεύω, μην την καταντήσεις σαν εκείνες τις δακρύβρεχτες εγκύους. Αρκετά τραβούσε μην ξέροντας αν θα είναι μελαγχολική ή έξαλλη από τη μία στιγμή στην άλλη. Υπήρχαν στιγμές που ένιωθε απόλυτα φυσιολογική, όμως κάτι άλλες ώρες αισθανόταν σαν τόπι που κατηφόριζε αναπηδώντας τα σκαλοπάτια μιας ατελείωτης σκάλας, όπως δηλαδή ένιωθε σήμερα το πρωί.
«Είναι καλά και θα είναι καλά», ψιθύρισε απότομα η Αβιέντα, λες και σκόπευε να εξασφαλίσει την επιβίωσή του σκοτώνοντας οτιδήποτε τον απειλούσε.
Η Ηλαίην σκούπισε με τα ακροδάχτυλά της ένα δάκρυ από το μάγουλο της αδελφής της. «Είναι καλά και θα είναι καλά», συμφώνησε μαλακά. Όμως, δεν μπορούσαν να σκοτώσουν το σαϊντίν, και το μίασμα στο αρσενικό μισό της Δύναμης ήταν αυτό που θα τον σκότωνε τελικά.
Οι φανοί πάνω από τα κεφάλια τους τρεμόσβησαν, καθώς μία από τις ψηλές πόρτες που έβλεπαν προς τα έξω άνοιξε, επιτρέποντας σ’ ένα ισχυρό ρεύμα αέρα, πιο παγερό από αυτά που επικρατούσαν στον διάδρομο της εισόδου, να εισχωρήσει. Οι δύο γυναίκες χώρισαν, κρατώντας απλώς η μία το χέρι της άλλης. Η Ηλαίην προσάρμοσε το ύφος της σε ατόφια γαλήνη, αντάξια μιας Άες Σεντάι. Δεν μπορούσε να επιτρέψει σε κάποιον να τη δει να αναζητά παρηγοριά σε μια αγκαλιά. Όποιος κυβερνά ή, εν πάση περιπτώσει, έχει σκοπό να κυβερνήσει έναν τόπο, δεν πρέπει να δείχνει δημοσίως την παραμικρή ένδειξη αδυναμίας, ούτε φυσικά να δακρύζει εύκολα. Ούτως ή άλλως, κυκλοφορούσαν διάφορες φήμες για το άτομό της, τόσο καλές, όσο και κακές. Ήταν καλοκάγαθη ή σκληρή, δίκαιη ή αυταρχική, γενναιόδωρη ή φιλάργυρη, ανάλογα με το ποια ιστορία άκουγες. Αν μη τι άλλο, η μία ιστορία εξισορροπούσε την άλλη, αλλά όποιος θα έλεγε ότι είχε δει την Κόρη-Διάδοχο να αγκαλιάζει τη φίλη της, θα μπορούσε κάλλιστα να προσθέσει και μια ιστορία φόβου στο μείγμα, αν δε οι εχθροί της έπαιρναν χαμπάρι ότι φοβόταν, σίγουρα θα ξεθάρρευαν, ίσως να γίνονταν και πιο αδίστακτοι. Η δειλία ήταν ένα είδος φήμης που κολλούσε πάνω σου σαν γλίτσα. Ποτέ δεν μπορούσες να την ξεπλύνεις εντελώς. Η Ιστορία είχε καταγράψει περιπτώσεις γυναικών που είχαν χάσει τη διεκδίκηση του Θρόνου του Λιονταριού για διόλου προφανείς λόγους. Η ικανότητα ήταν απαραίτητο προσόν ενός επιτυχημένου κυβερνήτη, όπως επίσης η σοφία, αν κι υπήρχαν γυναίκες με έλλειψη και στα δύο, που είχαν κερδίσει τον θρόνο και τα είχαν κουτσοκαταφέρει. Ωστόσο, ελάχιστοι ήταν εκείνοι που θα υποστήριζαν μια δειλή, ενώ κανείς από δαύτους δεν ανήκε στους ανθρώπους που ήθελε η Ηλαίην στο πλευρό της.