Выбрать главу

Ο άντρας που μπήκε, γυρνώντας για να κλείσει πίσω του την ογκώδη πόρτα, είχε μόνο ένα πόδι και χρησιμοποιούσε δεκανίκι ως υποκατάστατο του άλλου. Ακόμα και με το παραγέμισμα από προβιά, το μανίκι του χοντρού, μάλλινου πανωφοριού του έδειχνε φθαρμένο. Ο Φρίντγουιν Ρος, ένας σωματώδης πρώην στρατιώτης, διαχειριζόταν την περιουσία του Έντμουν με τη βοήθεια ενός χοντρού γραμματέα, ο οποίος ανοιγόκλεισε τα μάτια του σαστισμένος όταν πρόσεξε την Κόρη-Διάδοχο, έμεινε με το στόμα ανοικτό από δέος μόλις παρατήρησε το δαχτυλίδι με το Μέγα Ερπετό, κι απομακρύνθηκε βιαστικά για να χωθεί στα λογιστικά του βιβλία μόλις συνειδητοποίησε ότι η γυναίκα δεν τον χρειαζόταν. Ίσως φοβόταν κάποια ενδεχόμενη επιβολή εισφοράς στον οίκο. Ο Αφέντης Ρος είχε κοιτάξει με κατάπληξη το δαχτυλίδι της, αν μη τι άλλο, αλλά χαμογέλασε ευχάριστα στην Κόρη-Διάδοχο, λέγοντας πόσο λυπόταν που δεν είχε πλέον τη δυνατότητα να γίνει μέλος του ιππικού της. Ακουγόταν τόσο ειλικρινής, ώστε αν έλεγε ψέματα, θα είχε ήδη σκαρώσει κάποια απατεωνιά στον Έντμουν και στον γραμματέα, κάνοντας τον Οίκο Μάθεριν άνω-κάτω. Η Ηλαίην δεν φοβόταν ότι μπορεί να είχε ακούσει τις λάθος ιστορίες.

Το δεκανίκι παρήγε έναν ρυθμικό γδούπο καθώς ο άντρας προχωρούσε στον διάδρομο. Παρά τη φυσική αναπηρία του, κατάφερε να υποκλιθεί, απευθυνόμενος και στην Αβιέντα. Αρχικά, είχε ξαφνιαστεί από την παρουσία της, αλλά κατάλαβε σχεδόν αμέσως ότι οι δύο γυναίκες ενώνονταν με ισχυρή φιλία. Μπορεί να μην εμπιστευόταν εντελώς μια Αελίτισσα, αλλά η πράξη του δήλωνε ότι την αποδεχόταν. Κανείς δεν μπορεί να τα έχει όλα.

«Οι άντρες φορτώνουν τα σεντούκια στα υποζύγια, Βασίλισσά μου, κι η συνοδεία σας είναι έτοιμη». Ανήκε σ’ αυτούς που αρνούνταν να της απευθυνθούν με οποιονδήποτε άλλο τίτλο εκτός από «Βασίλισσά μου» ή «Μεγαλειοτάτη», αλλά μια χροιά αμφιβολίας φάνηκε στη φωνή του όταν ανέφερε το θέμα της συνοδείας. Την κάλυψε, όμως, βιαστικά μ’ έναν σύντομο βήχα και συνέχισε. «Κατέβαλα κάθε δυνατή προσπάθεια, ώστε οι άντρες που στέλνουμε μαζί σας να είναι εξαιρετικοί ιππείς. Οι περισσότεροι είναι νεαροί, αλλά υπάρχουν και κάποιοι έμπειροι, ενώ όλοι τους ξέρουν από όπλα. Μακάρι το μέγαρο να μπορούσε να σας παράσχει επιπλέον βοήθεια, αλλά, όπως εξήγησα, όταν ο Άρχοντας Έντμουν άκουσε ότι διεκδικούν κι άλλοι αυτό που σας ανήκει δικαιωματικά, αποφάσισε να μην περιμένει μέχρι την άνοιξη. Επιστράτευσε τους οπλίτες του και κίνησε για το Κάεμλυν. Έκτοτε, έχουν ενσκήψει μια-δυο ισχυρές χιονοθύελλες, αλλά αν στάθηκε τυχερός στα περάσματα, θα πρέπει να έχει ήδη καλύψει τη μισή διαδρομή». Το βλέμμα του ήταν πειστικό, αλλά ο άντρας ήξερε πολύ καλύτερα από την ίδια ότι, αν ο Έντμουν είχε σταθεί άτυχος, τόσο εκείνος όσο κι οι άντρες του θα είχαν ήδη αφήσει τα κόκαλά τους σε εκείνα τα περάσματα.

«Ο Οίκος Μάθεριν ήταν ανέκαθεν πιστός στους Τράκαντ», αποκρίθηκε η Ηλαίην, «και πιστεύω ακράδαντα ότι έτσι θα παραμείνει και στο μέλλον. Εκτιμώ ιδιαίτερα την αφοσίωση του Άρχοντα Έντμουν, Αφέντη Ρος, όπως και τη δική σου, άλλωστε».

Δεν πρόσβαλλε ούτε τον Οίκο Μάθεριν ούτε τον ίδιο, υποσχόμενη να τους θυμηθεί ή να προσφέρει ανταμοιβές. Ωστόσο, το πλατύ χαμόγελο του Ρος μαρτυρούσε ότι ο άντρας είχε πάρει την ανταμοιβή που επιθυμούσε. Ο Οίκος Μάθεριν θα ανταμειβόταν, αν το άξιζε, αλλά οι ανταμοιβές αυτές δεν θα είχαν τη μορφή προσφοράς για αγορά αλόγου.

Βαδίζοντας βαριά με το δεκανίκι του, ο Αφέντης Ρος υποκλίθηκε, συνοδεύοντας την Ηλαίην μέχρι την πόρτα, κι έκανε μία ακόμη υπόκλιση μόλις η γυναίκα βγήκε στα φαρδιά γρανιτένια σκαλοπάτια, όπου υπηρέτες με βαριά πανωφόρια την περίμεναν ξεπαγιάζοντας με ένα αποχαιρετιστήριο κύπελλο ζεστού αρωματικού κρασιού, το οποίο η Ηλαίην αρνήθηκε μουρμουρίζοντας. Μέχρι να της παρουσιαστεί η ευκαιρία να προσαρμοστεί στον δριμύ αέρα, έπρεπε να χρησιμοποιεί και τα δυο της χέρια για να κρατάει τον μανδύα της κλειστό. Η Αβιέντα, ωστόσο, μάλλον είχε βρει τρόπο για να την κάνει να της πέσει ο μανδύας. Δέχτηκε την προσφορά του κρασιού, αφού πρώτα τύλιξε την εσάρπα γύρω από το κεφάλι και τους ώμους — η μόνη παραχώρησή της στο παγερό πρωινό. Αγνοούσε το κρύο, φυσικά. Η ίδια η Ηλαίην τής είχε μάθει τον τρόπο. Η Ηλαίην ξαναπροσπάθησε να διώξει την παγωνιά και, προς μεγάλη της έκπληξη, αυτή υποχώρησε. Όχι τελείως —εξακολουθούσε να κρυώνει— αλλά, τουλάχιστον, δεν τουρτούριζε.