Ο ουρανός ήταν πεντακάθαρος κι ο ήλιος λαμπερός, καθώς βυθιζόταν πίσω από τα βουνά, αλλά τα βαριά σύννεφα της καταιγίδας μπορεί να εμφανίζονταν ανά πάσα στιγμή από τις γύρω βουνοκορφές. Καλύτερα να έφθαναν στον πρώτο σημερινό προορισμό τους το συντομότερο δυνατόν. Δυστυχώς, ο Πυρόκαρδος, το ψηλό μουνουχισμένο άλογά της, δικαίωνε το όνομά του τινάζοντας τα μπροστινά του πόδια και ξεφυσώντας ορμητικά αχνιστό αέρα από τα ρουθούνια του, λες και δεν είχε φορέσει ποτέ χαλινάρι, ενώ η γκριζωπή φοράδα της Αβιέντα, με τα μακριά κανιά και τον καμπυλωτό λαιμό, πάσχιζε να τον μιμηθεί χορεύοντας πάνω στο χιόνι, που της έφτανε έως το γόνατο, και προσπαθώντας να πάει οπουδήποτε αλλού εκτός από εκεί που πάσχιζε να την οδηγήσει η ιπποκόμος. Η Ηλαίην θα είχε διαλέξει ένα λιγότερο ατίθασο άλογο για την αδελφή της, αλλά η Αβιέντα επέμενε αφότου είχε ακούσει το όνομα της φοράδας. «Σισβάι» σήμαινε «δόρυ» στην Παλιά Γλώσσα. Οι ιπποκόμοι έδειχναν ικανές γυναίκες, αλλά μάλλον πίστευαν πως έπρεπε να ηρεμήσουν τα ζωντανά προτού τα παρέδιδαν. Μόνο έτσι μπορούσε να τις δικαιολογήσει η Ηλαίην, για να μην τους βάλει τις φωνές, επειδή είχε καταφέρει να ηρεμήσει τον Πυρόκαρδο μόνη της πριν καλά-καλά τον αντιληφθούν εκείνες.
Η συνοδεία της ήταν κιόλας έφιππη, για να μη στέκεται στο χιόνι, είκοσι άτομα με κόκκινα πανωφόρια με λευκούς γιακάδες, στιλβωμένους θώρακες και τις περικεφαλαίες της Φρουράς της Βασίλισσας. Οι αμφιβολίες του Ρος εξηγούνταν εύκολα από τα μεταξωτά πανωφόρια τους, τα κόκκινα παντελόνια με τη λευκή ρίγα σε κάθε μπατζάκι —επίσης μεταξωτά— κι από την ωχρή δαντέλα στον λαιμό και στις μανσέτες. Σίγουρα η Φρουρά φάνταζε περισσότερο τελετουργική παρά αποτελεσματική. Ή ίσως έφταιγε ότι τα μέλη της ήταν αποκλειστικά γυναίκες. Οι γυναίκες δεν συνηθίζονταν σε δουλειές με όπλα, οπότε τις έβλεπες μόνο ως περιστασιακούς σωματοφύλακες εμπόρων ή, πού και πού, σε κάποιον στρατό κατά τη διάρκεια πολεμικών συρράξεων. Η δε Ηλαίην δεν είχε ακούσει ποτέ για ουλαμούς αποτελούμενους μονάχα από γυναίκες πριν δημιουργήσει έναν η ίδια. Εκτός από τις Κόρες, βέβαια, αλλά αυτές ήταν Αελίτισσες κι αποτελούσαν διαφορετικό ζήτημα. Ήλπιζε να θεωρούσε ο κόσμος αυτή την ομάδα ως κάτι επιτηδευμένο εκ μέρους της και, κυρίως, διακοσμητικό, με όλες αυτές τις δαντέλες και τα μετάξια. Οι άντρες είχαν πάντα την τάση να υποτιμούν μια οπλισμένη γυναίκα, μέχρι τη στιγμή που θα έρχονταν αντιμέτωποι απέναντι της, αλλά κι οι περισσότερες από τις υπόλοιπες γυναίκες, όταν έβλεπαν μια πολεμίστρια, τη θεωρούσαν ανόητη κι άμυαλη. Οι σωματοφύλακες πάσχιζαν συνήθως να φαίνονται θηριώδεις, έτσι ώστε να μην τολμά κανείς να τα βάλει μαζί τους, αλλά ακόμα και με ολόκληρη τη Βασιλική Φρουρά γύρω της, οι εχθροί της θα έβρισκαν σίγουρα τρόπο να επιτεθούν. Σκοπός της ήταν μια σωματοφυλακή που οι εχθροί της θα αγνοούσαν, κι όταν θα καταλάβαιναν τη δύναμή της, θα ήταν ήδη πολύ αργά. Είχε σκοπό να κάνει τις στολές τους πιο περίτεχνες, εν μέρει για να δώσει τροφή σε όλες αυτές τις παρανοήσεις, εν μέρει για να ενισχύσει την υπερηφάνεια αυτών των γυναικών που, ως στρατιώτες, ξεχώριζαν από τους άλλους, αλλά η ίδια δεν έτρεφε αμφιβολίες. Καθεμία τους, είτε σωματοφύλακας κάποιου εμπόρου είτε Κυνηγός του Κέρατος, είχε επιλεγεί προσεκτικά βάσει των ικανοτήτων, της πείρας και του θάρρους της. Η Ηλαίην ήταν έτοιμη να εμπιστευτεί τη ζωή της στα χέρια τους. Το είχε ήδη κάνει.
Μια λιγνή γυναίκα, ο μανδύας της οποίας έφερε τους χαρακτηριστικούς διπλούς χρυσούς κόμπους του υπολοχαγού στους ώμους, χαιρέτησε την Ηλαίην με το ένα χέρι διαγώνια στο στήθος, ενώ το διάστικτο μουνούχι της τίναξε το κεφάλι του, κάνοντας τις ασημένιες καμπανούλες στη χαίτη του να κουδουνίσουν αδιόρατα, λες και τη χαιρετούσε κι αυτό. «Αρχόντισσά μου, είμαστε έτοιμες και το πεδίο ελεύθερο». Η Κάσεϊλ Ρασκόβνι ανήκε στην κατηγορία των γυναικών που είχαν δουλέψει ως σωματοφύλακες εμπόρων, κι η Αραφελινή προφορά της δεν μαρτυρούσε κάποια ιδιαίτερη μόρφωση, αλλά ο τόνος της φωνής της ήταν κοφτός και σοβαρός. Χρησιμοποιούσε την αρμόζουσα προσφώνηση και θα το έκανε μέχρι να στεφθεί η Ηλαίην βασίλισσα, μα ήταν έτοιμη να δώσει μάχη προκειμένου να κερδίσει το στέμμα για την αρχόντισσά της. Απειροελάχιστοι άντρες ή γυναίκες υπέγραφαν στον κατάλογο της Φρουράς της Βασίλισσας ετούτες τις μέρες, εκτός αν ένιωθαν έτοιμοι για κάτι τέτοιο. «Οι άντρες που μας παραχώρησε ο Αφέντης Ρος είναι επίσης έτοιμοι. Πιο έτοιμοι από ποτέ». Ξεροβήχοντας, ο άντρας μετακίνησε το δεκανίκι κι άρχισε να περιεργάζεται το χιόνι μπροστά στις μπότες του.