Выбрать главу

Η Αβιέντα χαμογέλασε κι άγγιξε το μάγουλο της Ηλαίην. «Θα μου μάθεις πολλά, θαρρώ» για το πώς θα γίνω Σοφή».

Προς μεγάλη της ταπείνωση, η Ηλαίην αναψοκοκκίνισε από αμηχανία. Ένιωθε τα μάγουλά της να έχουν πιάσει φωτιά! Ίσως αυτές οι μεταπτώσεις στο χιούμορ να ήταν χειρότερες από το κανάκεμα. Μα το Φως, την περίμεναν ολόκληροι μήνες προσμονής! Όχι για πρώτη φορά, ανακάλυψε έναν πυρήνα πικρίας απέναντι στον Ραντ, τον υπαίτιο όλων αυτών —καλά, τον είχε βοηθήσει κι η ίδια υποκινώντας την όλη κατάσταση, αλλά δεν είχε ιδιαίτερη σημασία— που, ύστερα από τα κατορθώματά του, είχε απομακρυνθεί μ’ ένα αυτάρεσκο χαμόγελο στο πρόσωπό του. Η ίδια αμφέβαλλε κατά πόσον ήταν πράγματι αυτάρεσκο εκείνο το χαμόγελο, αλλά μπορούσε να το φανταστεί χωρίς ιδιαίτερη δυσκολία. Ας τραμπαλιζόταν αυτός κάθε λίγο και λιγάκι μεταξύ ανοησίας και κλάψας, να δούμε αν θα του άρεσε! Δεν μπορώ να βάλω τις σκέψεις μου σε σειρά, σκέφτηκε θυμωμένη. Ο Ραντ έφταιγε.

Τελικά, οι ιπποκόμοι έκριναν πως ο Πυρόκαρδος κι η Σισβάι της Αβιέντα είχαν ηρεμήσει αρκετά ώστε να ιππεύσουν οι κυρίες, κι η Αβιέντα σκαρφάλωσε στη σέλα πατώντας πάνω στον πέτρινο δοκό με χάρη μεγαλύτερη από αυτή που έδειχνε κάποτε, τακτοποιώντας την ογκώδη αδιαίρετη φούστα της, για να καλύψει όσο δυνατόν περισσότερο τις σκούρες κάλτσες της. Εξακολουθούσε να πιστεύει πως τα πόδια της ήταν προτιμότερα απ’ οποιοδήποτε άλογο, ωστόσο δεν τα κατάφερνε κι άσχημα στην ιππασία, παρ’ όλο που έτεινε να εκπλήσσεται κάθε φορά που το άλογο υπάκουε σε όσα ήθελε η ίδια. Ο Πυρόκαρδος προσπάθησε να χορέψει μόλις η Ηλαίην ανέβηκε στην πλάτη του, αλλά η γυναίκα τράβηξε τα γκέμια κάπως πιο απότομα απ’ ό,τι συνήθως. Η παραπαίουσα διάθεσή της της είχε δημιουργήσει μια ξαφνική αίσθηση φόβου για τον Ραντ, κι αφού η ίδια αδυνατούσε να μεριμνήσει για την ασφάλειά του, τουλάχιστον υπήρχε ένα πρόχειρο αρσενικό που θα φρόντιζε να της κάνει τα χατίρια.

Έξι από τις Φρουρούς μπήκαν επικεφαλής της συνοδείας και πήραν τον δρόμο που κατηφόριζε από το μέγαρο, βαδίζοντας με αργό ρυθμό —όσο επέτρεπε το χιόνι, τουλάχιστον— με τις υπόλοιπες να ακολουθούν την Ηλαίην και την Αβιέντα σε σφιχτή φάλαγγα, και με τις ουραγούς να οδηγούν τα υποζύγια. Οι ντόπιοι ακολουθούσαν όπως-όπως με το δικό τους υποζύγιο, ένα μαλλιαρό ζώο φορτωμένο με μαγειρικά σκεύη, προχειροφτιαγμένα σακιά και με μισή ντουζίνα ζωντανά κοτόπουλα. Επευφημίες τούς υποδέχτηκαν καθώς περνούσαν ανάμεσα από τα καλαμοσκεπή σπίτια του χωριού, διασχίζοντας την πέτρινη γέφυρα πάνω από το παγωμένο φιδογυριστό ποτάμι. Από παντού ακούγονταν κραυγές, όπως «Ζήτω η Ηλαίην του Κρίνου!», «Τράκαντ! Τράκαντ!» κι «Ο Μάθεριν βαστάει γερά!», όμως η Ηλαίην είδε και μια γυναίκα να κλαίει πάνω στο στέρνο του άντρα της, είδε δάκρυα και στο δικό του πρόσωπο, κι άλλη μία, που στεκόταν με την πλάτη γυρισμένη στους καβαλάρηδες και το κεφάλι χαμηλωμένο, αρνούμενη να τους κοιτάξει καν. Η Ηλαίην ήλπιζε να μπορέσει κάποια στιγμή να αφήσει τους γιους τους να επιστρέψουν στα σπίτια τους. Λογικά, δεν θα ξεσπούσαν αψιμαχίες στο Κάεμλυν, εκτός αν έκανε τεράστια λάθη, αλλά από τη στιγμή που το Ρόδινο Στέμμα θα γινόταν δικό της, όλο και κάποιες μάχες τούς περίμεναν. Στα νότια παραμόνευαν οι Σωντσάν, στα βόρεια οι Μυρντράαλ κι οι Τρόλοκ, που περίμεναν να κατέβουν για την Τάρμον Γκάι’ντον. Το Άντορ θα μάτωνε τα παιδιά του στο άμεσο μέλλον. Που να πάρει και να σηκώσει, όχι, δεν θα ξεσπούσε σε κλάματα!

Πέρα από τη γέφυρα, ο δρόμος έστριβε κι ανηφόριζε ξανά, αλλάζοντας σε απόκρημνο μονοπάτι που περνούσε μέσα από πεύκα, έλατα και χαμοδάφνες, αλλά η απόσταση μέχρι τον ορεινό λειμώνα που αναζητούσαν δεν ήταν παραπάνω από ένα μίλι. Το χιόνι που λαμποκοπούσε κάτω από τον πρωινό ήλιο έφερε ακόμη τα ίχνη από οπλές αλόγων, τα οποία ξεκινούσαν από το σημείο όπου μια πύλη είχε χαράξει ένα βαθύ αυλάκι στο χιόνι. Θα μπορούσαν να την είχαν φτιάξει πιο κοντά στο μέγαρο, αλλά η πιθανότητα να βρίσκεται κάποιος στο σημείο όπου άνοιγε η πύλη αποτελούσε μόνιμο κίνδυνο.

Η λάμψη του σαϊντάρ κύκλωσε την Αβιέντα καθώς έμπαιναν στον λειμώνα. Είχε φτιάξει την πύλη για να έρθουν εδώ από την τελευταία τους στάση το προηγούμενο απόγευμα, σε ένα μέγαρο περίπου εκατό μίλια βόρεια, έτσι ώστε να έχει τη δυνατότητα να υφάνει μια πύλη για το Κάεμλυν, αλλά μόλις είδε την Αβιέντα να λάμπει από τη Δύναμη, η Ηλαίην μελαγχόλησε. Όποια κι αν έφτιαχνε την πύλη για να φύγουν από το Κάεμλυν, κατέληγε να φτιάχνει κι όλες τις υπόλοιπες μέχρι την επιστροφή τους, μια και μάθαινε το έδαφος σε κάθε περιοχή που άγγιζε η πύλη, αλλά σε καθένα από τα πέντε ταξίδια τους η Αβιέντα είχε ζητήσει να είναι αυτή που θα κατασκεύαζε την πρώτη πύλη. Ίσως ήθελε απλώς να εξασκηθεί, όπως ισχυριζόταν η ίδια, αν κι η Ηλαίην δεν είχε εξασκηθεί περισσότερο, αλλά είχε σκεφτεί και μια άλλη πιθανότητα. Μπορεί η Αβιέντα να ήθελε να την εμποδίσει να διαβιβάσει, σε μεγάλο βαθμό τουλάχιστον, επειδή ήταν έγκυος. Η ύφανση που τις είχε κάνει αδελφές της ίδιας μάνας δεν μπορούσε να χρησιμοποιηθεί αν κάποια από τις δύο κουβαλούσε παιδί στα σπλάχνα της, γιατί το αγέννητο παιδί θα είχε μερίδιο στον δεσμό, που ίσως να μην ήταν αρκετά ισχυρός για να το κάνει να επιβιώσει, αλλά σίγουρα όλο και κάποια από τις Άες Σεντάι του παλατιού θα είχε να προτείνει κάτι σε περίπτωση που η διαβίβαση έπρεπε να αποφεύγεται κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης. Από την άλλη όμως, ελάχιστες Άες Σεντάι είχαν κάνει παιδιά. Μπορεί να μην ήξεραν. Η Ηλαίην είχε υπ’ όψιν πολλά πράγματα για τα οποία οι Άες Σεντάι δεν είχαν ιδέα, άσχετα αν μπροστά στον κόσμο προσποιούνταν το αντίθετο —εκμεταλλευόταν κι η ίδια καμιά φορά αυτόν τον κομπασμό τους— αλλά φάνταζε εξαιρετικά παράξενο να είναι άσχετες για κάτι τόσο σημαντικό για τις περισσότερες γυναίκες. Ήταν λες κι ένα πουλί ήξερε να τρώει σπόρους και κόκκους, εκτός από αυτούς του κριθαριού, οπότε εύλογα θα αναρωτιόταν κανείς, τι άλλο ακόμα θα αγνοούσε; Ωστόσο, οι Σοφές έκαναν παιδιά και δεν είχαν αναφέρει τίποτα σχετικά με...