«Δεν ξέρουμε τίποτα, Ηλαίην. Δεν έχουμε ιδέα αν χορεύει τα δόρατα ή αν κάνει κάτι άλλο. Αν όντως χορεύει τα δόρατα κι εμείς σπεύσουμε, μήπως μας επιτεθεί πριν καλά-καλά καταλάβει ποιες είμαστε; Μήπως τον αποσπάσουμε από αυτό που κάνει, επειδή δεν μας περιμένει, κι αδράξουν την ευκαιρία οι εχθροί του; Αν πεθάνει, θα βρούμε ποιοι τον σκότωσαν και θα τους εξοντώσουμε, αν όμως τον προσεγγίσουμε τώρα, πάμε στα τυφλά κι ίσως γίνουμε υπαίτιες καταστροφής».
«Μπορούμε να κινηθούμε προσεκτικά», απάντησε δύσθυμα η Ηλαίην. Την εξόργιζε το γεγονός ότι ένιωθε έτσι, όπως κι ότι το έδειχνε, αλλά το μόνο που μπορούσε να κάνει ήταν να επιβληθεί στα συναισθήματά της και να μην τους επιτρέψει να πάρουν ολοκληρωτικά το πάνω χέρι. «Δεν χρειάζεται να Ταξιδέψουμε ακριβώς στο σημείο όπου βρίσκεται». Άδραξε το πουγκί της, ψηλάφησε το μικρό φιλντισένιο γλυπτό μιας καθιστής γυναίκας στο εσωτερικό του και κοίταξε την κεχριμπαρένια πόρπη της αδελφής της με νόημα. «Μα το Φως, Αβιέντα, έχουμε ανγκριάλ και καμία από τις δυο μας δεν είναι ανήμπορη». Ω, Φως, τώρα ακουγόταν πραγματικά νευρική... Ήξερε πολύ καλά ότι κι οι δυο τους, μαζί με τα ανγκριάλ και τα τοιαύτα, δεν ήταν παρά μύγες που τα έβαζαν με μια φλόγα, αλλά ακόμα κι έτσι, το τσίμπημα μιας μύγας την κατάλληλη στιγμή μπορεί να έκανε τη διαφορά. «Και μη μου πεις πως βάζω σε κίνδυνο τη ζωή του μωρού. Η Μιν είπε ότι θα γεννηθεί δυνατό κι υγιές. Το είπες, άλλωστε, κι εσύ η ίδια. Πράγμα που σημαίνει ότι, στη χειρότερη περίπτωση, θα ζήσω ίσα-ίσα για να γεννήσω την κόρη μου». Ήλπιζε να είναι κόρη.
Ο Πυρόκαρδος διάλεξε εκείνη τη στιγμή για να δαγκάσει την γκριζωπή φοράδα, κι η Σισβάι ανταπέδωσε. Για λίγη ώρα, η Ηλαίην ασχολήθηκε με το να θέσει υπό έλεγχο το άλογά της, να κρατά την Αβιέντα για να μην πέσει, και να επαναλαμβάνει στην Κάσεϊλ ότι δεν χρειάζεται βοήθεια. Μόλις ξεμπέρδεψε με όλα αυτά, η δυσθυμία της εξαφανίστηκε. Το μόνο που ήθελε ήταν να καρπαζώσει τον Πυρόκαρδο.
Η Αβιέντα, πέρα από το ότι προσπάθησε να χαλιναγωγήσει το ζώο της για να το κάνει να υπακούσει, συμπεριφέρθηκε σαν να μη συνέβαινε τίποτα. Συνοφρυώθηκε κάπως αβέβαια, με το πρόσωπό της πλαισιωμένο από τη σκούρα μάλλινη εσάρπα της, αλλά η αβεβαιότητά της δεν είχε να κάνει με το άλογο.
«Σου έχω αναφέρει τα δαχτυλίδια του Ρουίντιαν», είπε αργά, κι η Ηλαίην ένευσε με έκδηλη ανυπομονησία. Όποια γυναίκα επιθυμούσε να γίνει Σοφή, περνούσε από ένα τερ’ανγκριάλ πριν ξεκινήσει την εκπαίδευσή της. Το τερ’ανγκριάλ, κατά κάποιον τρόπο, συνήθιζε να δοκιμάζει τις μαθητευόμενες πριν προαχθούν σε Αποδεχθείσες στον Λευκό Πύργο, μόνο που σε αυτή την περίπτωση μια γυναίκα παρακολουθούσε όλη της τη ζωή. Κι όχι μόνο αυτό, αλλά κι όλες τις πιθανές ζωές της, τα αποτελέσματα της κάθε ξεχωριστής απόφασης που πήρε, μια απέραντη βεντάλια ζωών βασισμένων σε ξεχωριστές αποφάσεις. «Καμία δεν μπορεί να τις θυμάται όλες, Ηλαίην, παρά μόνο σκόρπια αποσπάσματα. Ήξερα ότι θ’ αγαπούσα τον Ραντ αλ’Θόρ...», εξακολουθούσε να νιώθει κάπως άβολα μερικές φορές όταν έκανε χρήση του πρώτου ονόματός του μπροστά σε άλλους, «κι ότι θα έβρισκα αδελφοσυζύγους. Τις πιο πολλές φορές, το μόνο που σου μένει είναι μια αόριστη εντύπωση, στην καλύτερη περίπτωση. Κάποιες φορές, μπορεί να νιώσεις ένα ίχνος προειδοποίησης. Νομίζω πως, αν πάμε κοντά του τώρα, κάτι πολύ κακό θα συμβεί. Ίσως κάποια από εμάς πεθάνει, ίσως κι οι δύο, παρά τα όσα έχει πει η Μιν». Και μόνο το γεγονός ότι ανέφερε το όνομα της Μιν χωρίς αδεξιότητα έδειχνε πόσο νοιαζόταν. Δεν γνώριζε πολύ καλά τη Μιν και συνήθως την ανέφερε τυπικά, ως Μιν Φάρσοου. «Ίσως πεθάνει ο Ραντ, ίσως συμβεί κάτι άλλο. Δεν μπορώ να ξέρω με βεβαιότητα —μπορεί να επιβιώσουμε όλοι και να καθόμαστε μαζί γύρω από τη φωτιά ψήνοντας πεκάρα— αλλά ένα ίχνος προειδοποίησης δεν παύει ν’ αχνοφέγγει στο μυαλό μου».
Η Ηλαίην, γεμάτη θυμό, πήγε να πει κάτι, αλλά έκλεισε το στόμα της αμέσως κι η οργή στραγγίστηκε όπως το νερό σε μια τρύπα. Οι ώμοι της κρέμασαν. Ίσως αυτή η προειδοποίηση που αχνόφεγγε στο κεφάλι της Αβιέντα ήταν αληθινή, ίσως όχι, αλλά όπως και να έχει, γεγονός ήταν πως η τοποθέτησή της ήταν εξ αρχής σωστή. Με την άγνοια, διακινδυνεύεις πολλά, και συχνά μπορεί να σε οδηγήσει στην καταστροφή. Ο πυρσός έλαμπε ακόμα περισσότερο. Κι ο Ραντ βρισκόταν ακριβώς σ’ εκείνο το σημείο. Η απόσταση ήταν μεγάλη, ο δεσμός δεν μπορούσε να της το αποκαλύψει, αλλά η Ηλαίην το ήξερε. Όπως ήξερε, επίσης, ότι έπρεπε να τον αφήσει να τα βγάλει πέρα μόνος του, ενώ η ίδια θα φρόντιζε για το Άντορ.
«Δεν έχω τίποτα να σου μάθω για το πώς θα γίνεις Σοφή, Αβιέντα», είπε σιγανά. «Είσαι ήδη πολύ πιο σοφή από μένα, όπως επίσης γενναιότερη και ψυχραιμότερη. Επιστρέφουμε στο Κάεμλυν».