Δύο ιπποκόμοι έτρεξαν προς τον Πυρόκαρδο. Η μία πήρε στα χέρια της τα γκέμια με μια βιαστική υπόκλιση προς την Ηλαίην, αφού πιο πολύ την ενδιέφερε να ξεπεζέψει η γυναίκα με ασφάλεια από το ψηλό μουνούχι, παρά να υποκλιθεί επειδή έπρεπε. Ο άλλος, αφού υποκλίθηκε, παρέμεινε σκυφτός χρησιμοποιώντας τα χέρια της σαν αναβολέα για να κατέβει η Ηλαίην. Κανείς από τους δύο δεν έριξε δεύτερη ματιά στον χιονοσκέπαστο ορεινό λειμώνα εκεί όπου, υπό φυσιολογικές συνθήκες, έβλεπαν καθημερινά έναν πέτρινο τοίχο. Οι ιπποκόμοι είχαν συνηθίσει πλέον τις πύλες. Η Ηλαίην είχε ακούσει πως τα κοπανούσαν στα καπηλειά, κομπάζοντας για το πόσες φορές είχαν δει τη Δύναμη σε χρήση κι όλα εκείνα που υποτίθεται ότι μπορούσες να κάνεις με αυτήν. Η Ηλαίην δεν δυσκολεύτηκε να φανταστεί το περιεχόμενο αυτών των ιστοριών στον δρόμο προς την Αρυμίλα. Σχεδόν απολάμβανε τη σκέψη ότι η Αρυμίλα θα έτρωγε τα νύχια της από το άγχος.
Με το που πάτησε το πόδι της στο λιθόστρωτο, μαζεύτηκαν γύρω της κάμποσες Φρουροί, με λευκά φτερά στα φαρδιά γείσα των πορφυρών καπέλων τους και πορφυρές φαρδιές ζώνες με δαντελένιο στρίφωμα και το Άσπρο Λιοντάρι κεντημένο επάνω τους, περασμένες σταυρωτά πάνω από τους λαμπερούς θώρακές τους. Μόνο τότε η Κάσεϊλ οδήγησε την υπόλοιπη συνοδεία της Ηλαίην στους στάβλους. Οι αντικαταστάτριές τους ήταν εξίσου επιφυλακτικές, με μάτια που παρακολουθούσαν προς κάθε κατεύθυνση, και με χέρια ζυγιασμένα πλάι στις λαβές των σπαθιών τους, εκτός από την Ντένι, μια πλατύστερνη γυναίκα με ήρεμο πρόσωπο, η οποία κρατούσε ένα στειλιάρι με καρφιά. Ήταν εννέα όλες κι όλες -Μόνο εννέα, αναλογίστηκε πικρά η Ηλαίην. Χρειάζομαι μόνο εννέα σωματοφύλακες μέσα στο ίδιο το Βασιλικό Παλάτι!— αλλά όλες έφεραν σπαθί, κατείχαν την τέχνη του. Οι γυναίκες που ακολουθούσαν το «εμπόριο του ξίφους», όπως το αποκαλούσε η Κάσεϊλ, έπρεπε αναγκαστικά να είναι καλές, ειδάλλως, αργά ή γρήγορα, βρίσκονταν σφαγμένες από κάποιον τύπο που το μοναδικό του πλεονέκτημα ήταν αρκετή δύναμη για να τις ρίξει στο έδαφος. Η Ντένι δεν είχε καμία ευχέρεια με τα σπαθιά, αλλά οι ελάχιστοι άντρες που δοκίμασαν το στειλιάρι της, το μετάνιωσαν πικρά. Παρά τον όγκο της, η Ντένι ήταν εξαιρετικά γρήγορη κι, επιπλέον, παντελώς αδιάφορη απέναντι στις έννοιες της μάχης επί ίσοις όροις ή της εξάσκησης.
Η Ρασόρια, η κοντόχοντρη επικεφαλής υπαρχηγός, φάνηκε ανακουφισμένη μόλις οι ιπποκόμοι πήραν τον Πυρόκαρδο. Αν οι σωματοφύλακες της Ηλαίην εφάρμοζαν όσα είχαν κατά νου, δεν θα επιτρεπόταν να την πλησιάσει κανείς εκτός από τις ίδιες ούτε στο ένα μέτρο απόσταση. Εντάξει, δεν ήταν τόσο κακές, αλλά αντιμετώπιζαν καχύποπτα σχεδόν τους πάντες, πλην της Μπιργκίτε και της Αβιέντα. Η Ρασόρια, Δακρυνή παρά τα γαλανά μάτια και τα ξανθά κοντοκομμένα μαλλιά της, ήταν από τις χειρότερες σε αυτό το ζήτημα. Επέμενε να παρακολουθεί ακόμα και τους μάγειρες που ετοίμαζαν το φαγητό της Ηλαίην, δίνοντας εντολή να δοκιμάζονται όλα τα πιάτα πριν από το σερβίρισμα. Η Ηλαίην, παρά τον υπερβάλλοντα ζήλο της σωματοφυλακής της, δεν είχε διαμαρτυρηθεί. Ένα περιστατικό με δηλητηριασμένο κρασί τής έφτανε και της περίσσευε, έστω κι αν γνώριζε ότι θα ζούσε σίγουρα μέχρι να γεννήσει το παιδί της τουλάχιστον. Ωστόσο, δεν ήταν ούτε η δυσπιστία των Φρουρών ούτε η ανάγκη για κάτι τέτοιο που την ανάγκασε να κλείσει ερμητικά το στόμα της. Ήταν η Μπιργκίτε, η οποία πάσχιζε να περάσει μέσα από το πλήθος στην αυλή των στάβλων, χωρίς όμως να κατευθύνεται προς το μέρος της.
Η Αβιέντα βγήκε τελευταία από την πύλη, φυσικά, αφού έπρεπε πρώτα να βεβαιωθεί ότι είχαν περάσει όλοι, κι ύστερα να την αφήσει να εξαφανιστεί σαν να μην υπήρξε ποτέ. Η Ηλαίην κίνησε προς το μέρος της με τόσο μεγάλες δρασκελιές, ώστε η συνοδεία της χρειάστηκε σχεδόν να κάνει πήδους για να διατηρήσει τον προστατευτικό κλοιό γύρω της. Παρά τον γοργό βηματισμό της όμως, η Μπιργκίτε, με την πυκνή χρυσαφιά πλεξούδα να κρέμεται έως τη μέση της, έφτασε πρώτη και βοήθησε την Αβιέντα να ξεπεζέψει, παραδίδοντας την γκρίζα φοράδα σε μια ιπποκόμο με μακρόστενο πρόσωπο και σχεδόν εξίσου μακριά πόδια με τη Σισβάι. Η Αβιέντα ανέκαθεν δυσκολευόταν περισσότερο να κατέβει από άλογο παρά να ανέβει, αλλά η Μπιργκίτε δεν είχε μονάχα τη βοήθεια στο μυαλό της. Η Ηλαίην με τη συνοδεία της έφτασαν την κατάλληλη στιγμή για να ακούσουν τη γυναίκα να λέει στην Αβιέντα χαμηλόφωνα και βιαστικά: «Ήπιε γάλα κατσίκας; Κοιμήθηκε αρκετά; Αισθάνεται...» Η φωνή της έσβησε πριν αποτελειώσει την πρότασή της. Πήρε βαθιά ανάσα και στράφηκε να αντικρίσει την Ηλαίην, φαινομενικά ήρεμη και χωρίς να δείχνει την παραμικρή έκπληξη που την είδε πλάι της. Ο δεσμός λειτουργούσε αμφίπλευρα.