Выбрать главу

Η Μπιργκίτε δεν ήταν μεγαλόσωμη, αν και φάνταζε ψηλότερη από την Ηλαίην με αυτές τις ψηλοτάκουνες μπότες. Ήταν σχεδόν το ίδιο ψηλή με την Αβιέντα, αλλά η παρουσία της γινόταν συνήθως πιο εντυπωσιακή με τη στολή της Στρατηγού της Βασιλικής Φρουράς: ένα κοντό κόκκινο πανωφόρι με ψηλό λευκό γιακά πάνω από τα σακουλιασμένα μπλε παντελόνια, που ήταν χωμένα μέσα στις αστραφτερές μαύρες μπότες, καθώς και τέσσερα χρυσά σιρίτια στον αριστερό ώμο και τέσσερις χρυσές λωρίδες στο κάθε λευκό μανικέτι. Σε τελική ανάλυση, ήταν η Μπιργκίτε με το Ασημένιο Τόξο, μια ηρωίδα βγαλμένη απ’ τους θρύλους. Η ίδια, ωστόσο, ανησυχούσε πολύ στην προσπάθειά της να αντεπεξέλθει σε αυτούς τους θρύλους· ισχυριζόταν πως όλες αυτές οι ιστορίες ήταν παραφουσκωμένες, αν όχι εντελώς φανταστικές. Πάντως, εξακολουθούσε να είναι η ίδια γυναίκα που είχε κατορθώσει όλα όσα αποτελούσαν τον πυρήνα αυτών των θρύλων, κι ακόμα περισσότερα. Τώρα, παρά την έκδηλη αυτοκυριαρχία της, το ενδιαφέρον της για την Ηλαίην χρωματιζόταν από μια υποψία που έρρεε μέσω του δεσμού, μαζί με τον πονοκέφαλο και τον στομαχόπονο. Ήξερε πολύ καλά ότι η Ηλαίην δεν ήθελε με τίποτα να την ελέγχουν πίσω από την πλάτη της. Δεν ήταν αυτός ο μοναδικός λόγος του θυμού της Ηλαίην, αλλά η Μπιργκίτε καταλάβαινε μέσω του δεσμού πόσο αναστατωμένη ήταν.

Η Αβιέντα, ξετυλίγοντας με ήρεμες κινήσεις την εσάρπα από το κεφάλι της και ρίχνοντάς τη στους ώμους της, προσπάθησε να υιοθετήσει το ύφος του ανθρώπου που τα κάνει όλα άψογα κι ουδεμία σχέση έχει με άλλους που πιθανόν σφάλλουν. Ίσως να ήταν πειστική, αν δεν είχε γουρλώσει τα μάτια της για μια επιπλέον πινελιά αθωότητας. Η Μπιργκίτε ήταν κακή επιρροή μερικές φορές.

«Ήπια γάλα κατσίκας», είπε η Ηλαίην με επίπεδη φωνή, έχοντας πλήρη επίγνωση των Φρουρών που κύκλωναν και τις τρεις τους. Κοιτούσαν προς τα έξω, ανιχνεύοντας με το βλέμμα την αυλή, τους εξώστες και τις οροφές, κι η καθεμία σίγουρα άκουγε όσα έλεγαν οι τρεις γυναίκες. «Επίσης, κοιμήθηκα πολύ καλά. Υπάρχει κάτι άλλο που θα ήθελες να με ρωτήσεις;» Η Αβιέντα κοκκίνισε ελαφρά.

«Νομίζω πως πήρα όσες απαντήσεις χρειάζομαι προς το παρόν», αποκρίθηκε η Μπιργκίτε χωρίς να κοκκινίσει καθόλου, παρά τις ελπίδες της Ηλαίην για κάτι τέτοιο. Η γυναίκα ήξερε ότι ήταν κουρασμένη, ήξερε ότι έπρεπε να πέσει για ύπνο.

Ο δεσμός ήταν μάλλον άβολος μερικές φορές. Μολονότι η Ηλαίην δεν είχε πιει τίποτε άλλο πέρα από μισή κούπα νερωμένο κρασί το προηγούμενο βράδυ, ένιωθε τη ζαλάδα της Μπιργκίτε ύστερα από μεθύσι, όπως επίσης και την καούρα από το στομάχι της Προμάχου της. Καμία από τις Άες Σεντάι στις οποίες είχε μιλήσει για τον δεσμό δεν είχαν αναφέρει κάτι παρόμοιο, αλλά η ίδια κι η Μπιργκίτε αντικατοπτρίζονταν συχνά, τόσο σωματικά όσο και συναισθηματικά. Λυτό το τελευταίο προκαλούσε σοβαρά προβλήματα όταν η διάθεσή της βρισκόταν στο ναδίρ. Υπήρχαν φορές που κατάφερνε να μη δίνει σημασία ή να το καταπολεμάει, αλλά σήμερα ήξερε ότι θα υπέφερε μέχρι να Θεραπευτεί η Μπιργκίτε. Πίστευε πως αυτός ο αντικατοπτρισμός συνέβαινε επειδή ήταν γυναίκες και οι δύο. Δεν είχε ξανακουστεί στο παρελθόν γυναίκα να δεσμεύει γυναίκα. Για να πούμε την αλήθεια, ελάχιστοι το είχαν μάθει ακόμα και τώρα, ενώ μερικοί θεωρούσαν πως πιθανότατα δεν ήταν αλήθεια. Ο Πρόμαχος ήταν πάντα αρσενικός, όπως ακριβώς ένας ταύρος δεν μπορεί παρά να είναι αρσενικός. Αυτό το γνώριζαν όλοι, αλλά λίγοι αναλογίζονταν πως οτιδήποτε «γνώριζαν όλοι» έχρηζε πιο σχολαστικής μελέτης.

Επειδή την είχαν πιάσει να λέει ψέματα, στην προσπάθειά της να συμπεριφέρεται σαν να είχε πάρει ήδη τους Τρεις Όρκους —κατά τις υπαγορεύσεις της Εγκουέν—, η Ηλαίην αναγκάστηκε να πάρει αμυντική στάση, κάτι που την έκανε απότομη. «Επέστρεψε η Ντυέλιν;»

«Όχι», απάντησε εξίσου απότομα η Μπιργκίτε, κι η Ηλαίην αναστέναξε. Η Ντυέλιν είχε φύγει από την πόλη κάμποσες μέρες προτού εμφανιστεί ο στρατός της Αρυμίλα, παίρνοντας μαζί της τη Ρεάνε Κόρλυ για να φτιάχνει πύλες και να επιταχύνει το ταξίδι της. Πολλά εξαρτώνταν από την επιστροφή της Ντυέλιν, όπως για παράδειγμα, τι μαντάτα θα έφερνε και τι άλλου είδους ειδήσεις, εκτός από τα μαντάτα.