Выбрать главу

Η εκλογή της επόμενης Βασίλισσας του Άντορ ήταν αρκετά απλή, επί της ουσίας. Υπήρχαν περισσότεροι από τετρακόσιοι Οίκοι στην επικράτεια, μα μόνο δεκαεννέα αρκετά ισχυροί ώστε να τους ακολουθούν όλοι οι υπόλοιποι. Και οι δεκαεννέα υποστήριζαν την Κόρη-Διάδοχο συνήθως —οι περισσότεροι, τουλάχιστον— εκτός αν αποδεικνυόταν εντελώς ανίκανη. Ο Οίκος Μάντιαρ είχε χάσει τον θρόνο από τους Τράκαντ όταν η Μόρντρελεν πέθανε μόνο και μόνο επειδή η Τιγκραίν, η Κόρη-Διάδοχος, είχε εξαφανιστεί κι οι Μάντιαρ είχαν αρχίσει να γεννοβολούν αγόρια. Κι επειδή η Μοργκέις Τράκαντ είχε την υποστήριξη δεκατριών Οίκων. Μονάχα δέκα από τους δεκαεννέα ήταν απαραίτητοι για την ενθρόνιση, σύμφωνα με τους νόμους και τα έθιμα. Ακόμα και διεκδικήτριες που πίστευαν ότι ο θρόνος τούς ανήκε, συνήθως εναρμονίζονταν με τις υπόλοιπες ή, τουλάχιστον, σιωπούσαν κι εγκατέλειπαν τη διεκδίκηση από τη στιγμή που μια άλλη γυναίκα είχε ως υποστηρικτές δέκα Οίκους.

Τα πράγματα ήταν ήδη αρκετά άσχημα όταν η Ηλαίην είχε τρεις δηλωμένες αντιπάλους, αλλά η Νάεαν κι η Ελένια είχαν συνταχθεί πλέον πίσω από την —άκουσον-άκουσον— Αρυμίλα Μάρνι, τη λιγότερο πιθανή από τις τρεις για την κατάκτηση του θρόνου, πράγμα που σήμαινε ότι είχε δύο Οίκους υπέρ της —δύο αρκετά ισχυρούς κι υπολογίσιμους· ο Μάθεριν κι οι υπόλοιποι δεκαοκτώ που είχε επισκεφθεί παραήταν μικροί— δηλαδή τον δικό της, τον Τράκαντ, και τον Οίκο Τάραβιν της Ντυέλιν, για να αντιμετωπίσει έξι. Βέβαια, η Ντυέλιν επέμενε πως ο Κάραντ, ο Κήλαν κι ο Ρένσαρ θα τάσσονταν με το μέρος της, όπως επίσης κι ο Νοργουέλυν, ο Πένταρ κι ο Τρεμέιν, αλλά οι τρεις πρώτοι προτιμούσαν την Ντυέλιν στον θρόνο, ενώ οι άλλοι έμοιαζαν να έχουν πέσει σε χειμερία νάρκη. Η Ντυέλιν, ωστόσο, παρέμενε σταθερή και πιστή, δουλεύοντας ακούραστα για το καλό της Ηλαίην. Επέμενε δε πως μερικοί από τους Οίκους που παρέμεναν σιωπηλοί, θα πείθονταν τελικά να την υποστηρίξουν. Φυσικά, η ίδια η Ηλαίην αδυνατούσε να τους προσεγγίσει, κάτι που όμως μπορούσε να κάνει η Ντυέλιν. Η κατάσταση είχε γίνει σχεδόν απελπιστική. Έξι Οίκοι υποστήριζαν την Αρυμίλα, και μόνο ένας τρελός θα πίστευε πως η γυναίκα δεν είχε βολιδοσκοπήσει τις προθέσεις των υπολοίπων. Ή ότι μερικοί θα άκουγαν απλώς και μόνο επειδή είχε ήδη έξι.

Παρά το γεγονός ότι η Κάσεϊλ κι οι Φρουροί της είχαν εκκενώσει την αυλή, η Ηλαίην κι οι υπόλοιπες χρειάστηκε να διασχίζουν το λιθόστρωτο μέσα από ένα πλήθος. Οι άντρες του Μάθεριν είχαν ξεπεζέψει, αλλά εξακολουθούσαν να προκαλούν βαβούρα, καθώς τους έπεφταν οι αλαβάρδες κι εκείνοι τις σήκωναν και τους έπεφταν ξανά, προσπαθώντας ταυτόχρονα να ξεφορτώσουν τα υποζύγια που ήταν μαζεμένα στην αυλή των στάβλων. Ένας από τους νεαρούς είχε πάρει στο κυνήγι ένα κοτόπουλο που είχε ξεφύγει κι έτρεχε σαν παλαβό ανάμεσα στα ποδάρια των αλόγων, ενώ κάποιος από τους ρυτιδιασμένους γέρους φώναζε παροτρυντικά, αν και δεν ήταν σαφές αν απευθυνόταν στο αγόρι ή στο κοτόπουλο. Ένας λαβαροφόρος, με πρόσωπο σαν αργασμένο πετσί κι ένα απομεινάρι λευκών τριχών για μαλλιά, ντυμένος μ’ ένα φθαρμένο κόκκινο πανωφόρι, που τεντωνόταν λόγω της κοιλιάς του, πάσχιζε να διατηρήσει την τάξη με τη βοήθεια ενός ελαφρώς νεότερου Φρουρού. Φαίνεται πως κι οι δύο είχαν στρατολογηθεί μετά την απόσυρσή τους, όπως και πολλοί άλλοι. Κάποιο άλλο από τα αγόρια έμοιαζε έτοιμο να οδηγήσει το δασύτριχο άλογό του μέσα στο ίδιο το παλάτι, κι η Μπιργκίτε αναγκάστηκε να το διατάξει να φύγει πριν εισέλθει η Ηλαίην. Το αγόρι, ένα παιδί με ελάχιστο χνούδι στα μάγουλα, το πολύ δεκατεσσάρων ετών, κοίταξε την Μπιργκίτε χάσκοντας όπως όταν είχε πρωτοδεί το παλάτι. Σίγουρα ήταν πιο εντυπωσιακή με αυτή τη στολή απ’ ό,τι η Ηλαίην με το φόρεμα ιππασίας, κι ο νεαρός είχε ήδη δει την Κόρη-Διάδοχο. Η Ρασόρια τον έσπρωξε προς τον ηλικιωμένο λαβαροφόρο κουνώντας το κεφάλι της.

«Δεν ξέρω τι στο καλό να κάνω μαζί τους», μούγκρισε η Μπιργκίτε καθώς μια υπηρέτρια με ερυθρόλευκη λιβρέα πήρε τον μανδύα και τα γάντια της Ηλαίην στον μικρό διάδρομο της εισόδου. Μικρός συγκριτικά με τα μεγέθη του Βασιλικού Παλατιού, δηλαδή. Με τους επίχρυσους φανοστάτες να λαμπυρίζουν ανάμεσα στις στενές κι αυλακωτές λευκές κολόνες, ήταν μισή φορά μεγαλύτερος από τον κυρίως διάδρομο εισόδου στο μέγαρο του Μάθεριν, παρ’ όλο που η οροφή δεν ήταν και τόσο ψηλή. Άλλη μία υπηρέτρια με το Άσπρο Λιοντάρι κεντημένο στο αριστερό στήθος του φορέματός της, ένα κορίτσι όχι πολύ μεγαλύτερο από το αγόρι που είχε προσπαθήσει να φέρει μέσα το άλογό του, έτεινε έναν δίσκο από πλεχτό ασήμι με ψηλές κούπες, απ’ όπου αναδύονταν αχνοί αρωματικού κρασιού, αλλά η Αβιέντα κι η Μπιργκίτε την κοίταξαν συνοφρυωμένες σχεδόν ταυτόχρονα κι η κοπέλα αποσύρθηκε ντροπαλά. «Τα καμένα τ’ αγόρια, άμα τα βάλεις για φρουρούς, αποκοιμιούνται», συνέχισε η Μπιργκίτε κοιτώντας μουτρωμένη την υπηρέτρια που απομακρυνόταν. «Οι γέροι μπορεί να μένουν ξύπνιοι, αλλά οι μισοί από δαύτους δεν θυμούνται τι στο καλό πρέπει να κάνουν άμα δουν κάποιον να προσπαθεί να ανέβει στα τείχη. Όσο για τους άλλους μισούς, αμφιβάλλω αν μπορούν να διώξουν έξι βοσκούς κι ένα τσοπανόσκυλο». Η Αβιέντα ανασήκωσε ερωτηματικά το φρύδι της προς το μέρος της Ηλαίην κι ένευσε.