«Δεν βρίσκονται εδώ για να πολεμήσουν», τους υπενθύμισε η Ηλαίην καθώς άρχισαν να κατεβαίνουν έναν διάδρομο με μπλε πλακόστρωτο, στις άκρες του οποίου υπήρχαν σειρές από ανακλώμενους φανοστάτες και διακοσμημένα σεντούκια. Η Μπιργκίτε κι η Αβιέντα προχωρούσαν αμφοτέρωθεν της Ηλαίην, ενώ οι Φρουροί απλώνονταν μερικά βήματα μπροστά και πίσω τους. Μα το Φως, σκέφτηκε, δεν έπρεπε να το πιω εκείνο το κρασί! Το κεφάλι της παλλόταν στον ίδιο ρυθμό με της Μπιργκίτε· άγγιξε τους κροτάφους της, αναλογιζόμενη αν έπρεπε να διατάξει την Πρόμαχό της να πάει να βρει αμέσως Θεραπεία.
Η Μπιργκίτε, ωστόσο, είχε άλλες ιδέες. Έριξε μια ματιά στη Ρασόρια και τις άλλες μπροστά, κατόπιν κοίταξε πάνω από τον ώμο της κι ένευσε σε εκείνες που ακολουθούσαν να υποχωρήσουν κάπως. Παράξενο αυτό. Είχε επιλέξει προσωπικά κάθε γυναίκα της Φρουράς και τους είχε απόλυτη εμπιστοσύνη. Ωστόσο, όταν άνοιξε το στόμα της, ακούστηκε ένας βιαστικός ψίθυρος καθώς έγερνε το κεφάλι της προς την Ηλαίην. «Κάτι συνέβη λίγο πριν επιστρέψεις. Ρωτούσα τη Σουμέκο αν μπορούσε να με Θεραπεύσει προτού γυρίσεις, και ξαφνικά λιποθύμησε. Τα μάτια της αναποδογύρισαν κι έπεσε κάτω. Δεν ήταν η μόνη. Καμιά δεν παραδέχεται τίποτα, που να πάρει, όχι σ’ εμένα τουλάχιστον, αλλά κι οι άλλες του Σογιού είναι τρομοκρατημένες, όπως κι οι Ανεμοσκόποι επίσης. Ούτε να φτύσουν δεν τολμάνε. Επέστρεψες πριν προλάβω να βρω κάποια αδελφή, αλλά υποψιάζομαι όχι σ’ εμένα θα έλεγαν άλλ’ αντ’ άλλων. Σ’ εσένα, όμως, θα μιλήσουν».
Το παλάτι απαιτούσε τον πληθυσμό ενός μεγάλου χωριού για να λειτουργεί ομαλά, κι οι υπηρέτες είχαν αρχίσει να κάνουν την εμφάνισή τους, άντρες και γυναίκες με λιβρέες, οι οποίοι πηγαινοέρχονταν στους διαδρόμους κολλώντας πάνω στους τοίχους ή παραμερίζοντας σε κάποιον πλαϊνό διάδρομο, για να κάνουν χώρο στην Ηλαίην και στη συνοδεία της, οπότε η Μπιργκίτε εξήγησε τα λίγα που γνώριζε με χαμηλωμένη φωνή κι όσο το δυνατόν λιγότερα λόγια. Υπήρχαν φήμες που δεν την ένοιαζε αν θα κυκλοφορούσαν εκτός παλατιού, ακόμη κι αν έφταναν στα αυτιά της Αρυμίλα, αλλά οι ιστορίες σχετικά με τον Ραντ μπορεί να έκαναν τόσο κακό όσο οι ιστορίες για τους Αποδιωγμένους, αφού ύστερα από μερικές επαναλήψεις διαστρεβλώνονταν. Ίσως και μεγαλύτερο κακό. Κανείς δεν θα πίστευε πως οι Αποδιωγμένοι προσπαθούσαν να την ανεβάσουν στον θρόνο ως μαριονέτα τους. «Σε κάθε περίπτωση», ολοκλήρωσε, «εμάς δεν μας αφορά».
Νόμιζε πως ακουγόταν πολύ πειστική, ψύχραιμη κι αποστασιοποιημένη, αλλά η Αβιέντα άπλωσε το χέρι της κι έσφιξε το δικό της, κάτι που για μια Αελίτισσα ισοδυναμούσε με αγκαλιά παρηγοριάς μπροστά σε τόσον κόσμο, κι η συμπόνια της Μπιργκίτε διαπέρασε τον δεσμό. Ήταν κάτι παραπάνω από απλή έκφραση συμπάθειας. Ήταν το συναίσθημα που μοιραζόταν μια γυναίκα έχοντας ήδη υποφέρει από το είδος του χαμού που φοβόταν η ίδια, αλλά ήταν και κάτι παραπάνω. Η Μπιργκίτε είχε χάσει τον Γκάινταλ Κέιν οριστικά και, σαν να μην έφτανε αυτό, οι μνήμες από τις περασμένες της ζωές ξεθώριαζαν. Αδυνατούσε να θυμηθεί ξεκάθαρα σχεδόν οτιδήποτε πριν από την ίδρυση του Λευκού Πύργου, αλλά κι όσα θυμόταν ήταν αποσπασματικά. Μερικές νύχτες, ο φόβος πως ο Γκάινταλ θα σβηνόταν από τη μνήμη της και πως η ίδια θα ξεχνούσε εντελώς ότι κάποτε τον γνώρισε και τον αγάπησε, δεν την άφηνε να κοιμηθεί αν δεν έπινε όσο περισσότερο μπράντυ μπορούσε. Ήταν μια ανεπαρκής λύση κι η Ηλαίην ευχόταν να μπορούσε να της προσφέρει κάτι καλύτερο, ωστόσο ήξερε ότι οι δικές της αναμνήσεις από τον Ραντ δεν θα πέθαιναν μέχρις ότου πέθαινε η ίδια. Δεν μπορούσε να διανοηθεί τον τρόμο που θα ένιωθε αν μάθαινε ότι οι συγκεκριμένες μνήμες ίσως την εγκατέλειπαν για πάντα. Ωστόσο, ήλπιζε να βρεθεί σύντομα κάποια που θα Θεράπευε το βαρύ από το μεθύσι κεφάλι της Μπιργκίτε προτού το δικό της άνοιγε στα δύο σαν παραγινωμένο πεπόνι. Δεν διέθετε ιδιαίτερες ικανότητες στη Θεραπεία, ενώ και της Αβιέντα δεν ήταν πολύ καλύτερες.
Παρά τη συναισθηματική φόρτιση που λάμβανε από την Μπιργκίτε μέσω του δεσμού, εκείνη διατηρούσε μια έκφραση ηρεμίας κι αδιαφορίας στο πρόσωπό της. «Οι Αποδιωγμένοι», μουρμούρισε ξερά και χαμηλόφωνα. Δεν ήταν ένα όνομα που το έλεγε κανείς επιπόλαια. «Τέλος πάντων, όσο δεν έχουμε καμία σχέση με το θέμα, είμαστε μάλλον ασφαλείς». Ένα γρύλισμα, εν είδει γέλιου, διέψευσε τα λόγια της. Από την άλλη, παρ’ όλο που η Μπιργκίτε έλεγε πως δεν ήταν ποτέ στρατιώτης στο παρελθόν, έβλεπε τα πράγματα από την οπτική γωνία ενός στρατιώτη. Μπορεί οι πιθανότητες επιτυχίας να ήταν λίγες, αλλά αυτό δεν σήμαινε ότι δεν έπρεπε να φέρεις εις πέρας την αποστολή σου. «Αναρωτιέμαι, αυτές τι πιστεύουν;» πρόσθεσε, νεύοντας προς το μέρος των τεσσάρων Άες Σεντάι που μόλις είχαν ξεπροβάλει από έναν διασταυρούμενο διάδρομο λίγο πιο κάτω.