Выбрать главу

Η Βαντέν, η Μέριλιλ, η Σάριθα κι η Κάρεαν περπατούσαν κοντά-κοντά, για την ακρίβεια οι τρεις τελευταίες είχαν μαζευτεί γύρω από τη Βαντέν, γέρνοντας προς τη μεριά της και συζητώντας με βιαστικές χειρονομίες, που έκαναν τα κρόσσια των επωμίων τους να λικνίζονται. Η Βαντέν προχωρούσε αργά, χωρίς να δίνει στις άλλες την παραμικρή προσοχή, λες κι ήταν μοναχή της. Ανέκαθεν ήταν αδύνατη, αλλά το βαθυπράσινο φόρεμά της με τα κεντημένα άνθη στα μανίκια και στους ώμους κρεμόταν πάνω της σαν ήταν φτιαγμένο για κάποια πιο σωματώδη, ενώ τα λευκά μαλλιά που ήταν πιασμένα στον σβέρκο της έδειχναν να χρειάζονται βούρτσισμα. Η έκφρασή της ήταν αυστηρή, αλλά αυτό πιθανότατα δεν οφειλόταν στα λεγόμενα των υπόλοιπων αδελφών. Από τη δολοφονία της αδελφής της και μετά, είχε χάσει κάθε ίχνος ευθυμίας. Η Ηλαίην θα στοιχημάτιζε ότι το φόρεμα ανήκε στην εκλιπούσα Αντελέας. Από τον φόνο κι ύστερα, η Βαντέν πιο συχνά φορούσε τα ρούχα της αδελφής της παρά τα δικά της, αν κι αυτό δεν εξηγούσε τη διαφορά μεγέθους. Και οι δύο γυναίκες είχαν τις ίδιες αναλογίες, αλλά η όρεξη της Βαντέν είχε χαθεί μαζί με την αδελφή της. Το ίδιο ίσχυε και για το γούστο της σε κάποια πράγματα.

Η Σάριθα, μια Καφετιά με τετράγωνο και σκουρόχρωμο πρόσωπο, που ήταν ακόμα ανέγγιχτο από τη θαλερότητα, είδε εκείνη τη στιγμή την Ηλαίην κι ακούμπησε το χέρι της στο μπράτσο της Βαντέν, σαν να ήθελε να την τραβήξει στον διάδρομο. Η Βαντέν παραμέρισε το χέρι της Δακρυνής και συνέχισε να κινείται, ρίχνοντας μια φευγαλέα ματιά προς το μέρος της Ηλαίην μέχρι που εξαφανίστηκε στον διάδρομο από τον οποίο είχε εμφανιστεί πρωτύτερα. Δύο γυναίκες στα λευκά των μαθητευομένων, οι οποίες ακολουθούσαν τις υπόλοιπες σε κάποια σεβαστή απόσταση, υποκλίθηκαν βιαστικά στις αδελφές που είχαν μείνει πίσω, και κίνησαν γρήγορα προς το μέρος της Βαντέν. Η Μέριλιλ, μια μικροκαμωμένη γυναίκα με σκούρα γκρίζα ρούχα, που έκαναν τη χαρακτηριστική Καιρχινή χλωμάδα της να μοιάζει φιλντισένια, απέμεινε να κοιτάει σαν να ήταν αναποφάσιστη για το αν θα έπρεπε να τις ακολουθήσει. Η Κάρεαν έσιαξε το επώμιο με τα πράσινα κρόσσια στους ώμους της, που ήταν φαρδύτεροι από πολλών αντρών, κι αντάλλαξε μερικό λόγια με τη Σάριθα σε χαμηλό τόνο. Οι δυο τους στράφηκαν να αντικρίσουν την Ηλαίην καθώς η τελευταία τις πλησίαζε, υποκλινόμενες τόσο βαθιά όσο σχεδόν κι οι μαθητευόμενες απέναντι τους. Η Μέριλιλ παρατήρησε τις Φρουρούς και ανοιγόκλεισε τα μάτια της, κατόπιν πρόσεξε την Ηλαίην και ξαφνιάστηκε. Η δική της υπόκλιση ήταν ανάλογη των μαθητευομένων.

Η Μέριλιλ φορούσε το επώμιο πάνω από εκατό χρόνια, η δε Κάρεαν πάνω από πενήντα, ενώ ακόμη κι η Σάριθα το φορούσε περισσότερο απ’ όσο η Ηλαίην Τράκαντ, αλλά αυτό που καθιστούσε μια Άες Σεντάι ξεχωριστή ήταν η ισχύς της στη Δύναμη, και καμία από τις τρεις δεν ξεπερνούσε τη μετριότητα μεταξύ των αδελφών. Στα μάτια των Άες Σεντάι, η επαυξημένη ισχύς πρόσφερε, αν όχι περισσότερη σοφία, τουλάχιστον μεγαλύτερη βαρύτητα στην άποψή σου. Με τον καιρό δε, η άποψη αυτή μετατρεπόταν σε προσταγή. Υπήρχαν φορές που η Ηλαίην πίστευε ότι το Σόι είχε πιο αποδοτικούς τρόπους.

«Δεν έχω ιδέα τι είναι», είπε πριν προλάβει να μιλήσει κάποια από τις υπόλοιπες Άες Σεντάι, «όμως, έτσι κι αλλιώς, δεν μπορούμε να κάνουμε τίποτα, οπότε ας πάψουμε ν’ ανησυχούμε. Αρκετές έγνοιες έχουμε, δεν χρειάζεται να ανακατευόμαστε σε καταστάσεις που δεν μπορούμε να επηρεάσουμε».

Η Ρασόρια μισοέστρεψε το κεφάλι της, συνοφρυωμένη κι απορημένη για το τι της είχε διαφύγει, αλλά τα λόγια καταπράυναν την ανησυχία στα σκούρα μάτια της Σάριθα. Βέβαια, το υπόλοιπο κορμί της μαρτυρούσε το αντίθετο, αφού τα χέρια της κινούνταν λες κι ήθελε να ισιώσει την καφετιά φούστα της, αν και δεν είχε αντίρρηση να ακολουθήσει την άποψη μιας τόσο διακεκριμένης αδελφής όσο η Ηλαίην. Μερικές φορές, υπήρχαν πλεονεκτήματα στο να είσαι τόσο διακεκριμένη, ώστε να μπορείς να συντρίβεις τις αντιρρήσεις με μία πρόταση και μόνο. Η Κάρεαν είχε ήδη ανακτήσει τη γαλήνια έκφρασή της — αν την είχε χάσει καθόλου. Δεν δυσκολευόταν να δείχνει γαλήνια, αν κι έμοιαζε περισσότερο με καροτσέρη απ’ ό,τι με Άες Σεντάι, παρά τα σχιστά μετάξια στην απόχρωση του βηρύλλου και το ήρεμο, αγέραστο πρόσωπο της στο χρώμα του χαλκού. Κατά γενική ομολογία, οι Πράσινες ήταν πιο σκληροτράχηλες από τις Καφετιές. Η Μέριλιλ μόνο γαλήνια δεν έδειχνε. Τα γουρλωμένα μάτια και τα μισάνοιχτα χείλη μαρτυρούσαν την έκπληξή της. Αυτή η όψη της, εντούτοις, δεν ήταν πρωτοφανής.