«Δεν υπάρχει λόγος να πάμε πουθενά», απάντησε η Ηλαίην αυστηρά, τόσο απέναντι στις Φρουρούς, όσο και στις αδελφές. Εκείνος ο μακρινός πυρσός εξακολουθούσε να βρίσκεται στο σημείο όπου τον είχε διαισθανθεί για πρώτη φορά, αλλά ακόμα κι αν είχε κινηθεί, δεν υπήρχε μεγάλη πιθανότητα να κατευθυνθεί προς το Κάεμλυν, πόσω μάλλον να έρθει προς τα εδώ. Η φήμη, ωστόσο, πως οι Άες Σεντάι σκόπευαν να το σκάσουν, ήταν αρκετή για να πυροδοτήσει μια άτακτη φυγή, με τα πλήθη να παλεύουν με νύχια και με δόντια για να φτάσουν στην πύλη και να απομακρυνθούν από αυτό που μπορούσε να φοβίσει ακόμη και τις Άες Σεντάι. Στρατός ολόκληρος να λεηλατούσε την πόλη, δεν θα πέθαιναν τόσο πολλοί. Κι αυτές οι τρεις το είχαν ρίξει στο κουβεντολόι λες και δεν θα τις άκουγε κανείς παρά μόνο οι τοίχοι! Για τη Μέριλιλ υπήρχε κάποια δικαιολογία, μα για τις άλλες όχι. «Θα παραμείνουμε εδώ, όπως έχει προστάξει η Έδρα της Άμερλιν, μέχρι νεωτέρας. Οι γυναίκες του Σογιού θα συνεχίσουν να απολαμβάνουν την αβρότητα εκ μέρους των άλλων μέχρις ότου ο Πύργος τις δεχτεί ξανά, κάτι που επίσης αποτελεί προσταγή της Άμερλιν, όπως πολύ καλά γνωρίζετε. Εσείς θα συνεχίσετε να διδάσκετε τις Ανεμοσκόπους και να ασχολείστε με τις δουλειές σας, όπως αρμόζει στις Άες Σεντάι. Υποτίθεται πως πρέπει να καταπραΰνουμε τους φόβους των ανθρώπων, όχι να σκορπάμε παράλογα κουτσομπολιά και πανικό».
Τέλος πάντων, ίσως το είχε παρακάνει με την αυστηρότητα. Η Σάριθα χαμήλωσε το βλέμμα της στις πλάκες του δαπέδου σαν κατσαδιασμένη μαθητευόμενη. Στην αναφορά των Ανεμοσκόπων, η Μέριλιλ μόρφασε ξανά, αλλά ήταν κάτι αναμενόμενο. Οι άλλες παρέδιδαν μαθήματα, αλλά οι Θαλασσινές κρατούσαν τη Μέριλιλ σαν να ήταν δική τους μαθητευόμενη. Κοιμόταν στα διαμερίσματά τους και, συνήθως, δεν την έβλεπαν δίχως δύο-τρεις Θαλασσινές, τις οποίες ακολουθούσε πάντα κατά πόδας και πειθήνια. Δεν δέχονταν κάτι λιγότερο από πραότητα εκ μέρους της.
«Φυσικά, Ηλαίην», είπε βιαστικά η Κάρεαν. «Φυσικά. Καμιά μας δεν θα διανοείτο να παρακούσει την Άμερλιν». Δίστασε κάπως κι έπειτα έσιαξε το επώμιο με τα πράσινα κρόσσια πάνω από τα μπράτσα της, απασχολημένη φαινομενικά με το να μην το τσαλακώσει. Έριξε μια σύντομη ματιά συμπόνιας στη Μέριλιλ. «Μια κι ανέφερες τις Θαλασσινές όμως, θα μπορούσες να ειδοποιήσεις τη Βαντέν ότι έχει έρθει η σειρά της να διδάξει;» Όταν η Ηλαίην δεν απάντησε, η φωνή της έγινε κάπως τραχιά, βαρύθυμη, θα έλεγε κανείς, αν δεν επρόκειτο για Άες Σεντάι. «Λέει πως είναι πολύ απασχολημένη με τις δύο φυγάδες, αλλά βρίσκει χρόνο να με κρατάει ξύπνια κάποιες νύχτες με το κουβεντολόι της μέχρι να με μισοπάρει ο ύπνος. Εκείνες οι δύο είναι τόσο τρομαγμένες, που δεν θα έβγαζαν άχνα ακόμα κι αν τα ρούχα τους έπιαναν φωτιά. Δεν χρειάζονται παρακολούθηση. Μπορεί κάλλιστα να κάνει το καθήκον της διδάσκοντας εκείνες τις καταραμένες αδέσποτες. Η Βαντέν πρέπει ν’ αρχίσει να συμπεριφέρεται όπως μια σωστή Άες Σεντάι!»
Εκνευρισμένη ή όχι, έριξε στην Ηλαίην μια μοχθηρή ματιά, την οποία άλλαξε μια στιγμή μετά. Η Ηλαίην ήταν εκείνη που είχε κλείσει τη συμφωνία, κατά την οποία οι Άες Σεντάι υποχρεούνταν να διδάσκουν τις Ανεμοσκόπους. Ωστόσο, η ίδια είχε μέχρι στιγμής καταφέρει να μην παραδώσει πάνω από μερικά μαθήματα, ισχυριζόμενη πως ήταν πιεσμένη και πως είχε άλλα καθήκοντα, πιο επείγοντα. Επιπλέον, οι Θαλασσινές θεωρούσαν μια στεριανή δασκάλα ως υπάλληλο, έστω κι αν ήταν Άες Σεντάι, και μάλιστα υπάλληλο που δεν διέφερε από λαντζιέρα. Μια λαντζιέρα που προσπαθούσε να ξεγελάσει την εργοδότρια. Η Ηλαίην εξακολουθούσε να πιστεύει πως η Νυνάβε είχε φύγει για να αποφύγει εκείνα τα μαθήματα. Το σίγουρο ήταν ότι καμιά τους δεν περίμενε να καταντήσει σαν τη Μέριλιλ, αλλά ακόμη και λίγες ώρες κάθε φορά δεν ήταν ό,τι καλύτερο.
«Α, όχι, Κάρεαν», πετάχτηκε η Σάριθα, εξακολουθώντας να αποφεύγει το βλέμμα της Ηλαίην αλλά και της Μέριλιλ. Κατά τη γνώμη της, η Γκρίζα είχε μπλεχτεί από μόνη της, οπότε της άξιζε το πάθημα, αλλά προσπάθησε να μη ρίξει αλάτι στην πληγή. «Η Βαντέν είναι συντετριμμένη από τον χαμό της αδελφής της κι η Κίρστιαν με τη Ζάρυα τη βοηθούν να απασχολεί το μυαλό της». Ό,τι κι αν σκεφτόταν για τις υπόλοιπες του Σογιού, αποδεχόταν το γεγονός ότι η Ζάρυα ήταν φυγάς, όπως κι έπρεπε, αφού η Ζάρυα ήταν μία από εκείνες που είχε αναγνωρίσει η Κάρεαν, κι αν η Κίρστιαν ήταν ψεύτρα, θα πλήρωνε το ψέμα της και με το παραπάνω. Οι φυγάδες δεν τύγχαναν ευγενούς μεταχείρισης. «Περνάω αρκετές ώρες μαζί της και δεν μιλάει σχεδόν για τίποτε άλλο εκτός της Αντελέας. Είναι σαν να θέλει να προσθέσει τις αναμνήσεις μου στις δικές της. Νομίζω πως χρειάζεται χρόνο για να το ξεπεράσει, κι εκείνες οι δύο τής κρατούν συντροφιά». Πήρε μια βαθιά ανάσα, λοξοκοιτώντας την Ηλαίην. «Ωστόσο, η διδασκαλία σε Ανεμοσκόπους αποτελεί... πρόκληση. Ίσως μια-δυο ώρες πού και πού τη βοηθήσουν να ξεχνάει την απελπισία της, έστω κι αν θα θυμώνει. Δεν συμφωνείς, Ηλαίην; Μια-δυο ωρίτσες μόνο, πού και πού».