Выбрать главу

«Η Βαντέν θα έχει στη διάθεσή της όσο χρόνο χρειαστεί κι όσο θελήσει για να θρηνήσει την αδελφή της», αποκρίθηκε κοφτά η Ηλαίην. «Τέρμα οι συζητήσεις επ’ αυτού».

Η Κάρεαν βαριαναστέναξε κι άρχισε να σιάζει ξανά το επώμιό της. Η Σάριθα άφησε, με τη σειρά της, έναν ανάλαφρο στεναγμό κι άρχισε να στριφογυρίζει το δαχτυλίδι με το Μέγα Ερπετό στον δείκτη του αριστερού χεριού της. Ίσως είχαν διαισθανθεί τη διάθεσή της, αλλά μπορεί και να μην είχαν όρεξη για μία ακόμη συνεδρία με τις Ανεμοσκόπους. Το μόνιμα απορημένο ύφος στο πρόσωπο της Μέριλιλ δεν άλλαξε ούτε στο ελάχιστο, από την άλλη όμως οι συνεδριάσεις της με τις Θαλασσινές διαρκούσαν όλη μέρα κι όλη νύχτα, εκτός αν η Ηλαίην κατάφερνε να την αποσπάσει, μολονότι οι Ανεμοσκόποι γίνονταν όλο και λιγότερο πρόθυμες να την αφήσουν να φύγει, ανεξάρτητα από τις προσπάθειες της Ηλαίην.

Αν μη τι άλλο, είχε κατορθώσει να μη φανεί απότομη με τις τρεις τους, κάτι που απαιτούσε μεγάλη προσπάθεια, ειδικά αφού η Αβιέντα ήταν παρούσα. Η Ηλαίην δεν είχε ιδέα τι θα έκανε αν έχανε ποτέ την αδελφή της. Η Βαντέν δεν θρηνούσε μόνο μιαν αδελφή· αναζητούσε τον δολοφόνο της Αντελέας και δεν υπήρχε αμφιβολία πως ήταν ή η Μέριλιλ Κήντεβιν, ή η Κάρεαν Φράνσι, ή η Σάριθα Τομάρες. Μία από αυτές ή, ακόμα χειρότερα, περισσότερες από μία. Η κατηγορία δύσκολα έστεκε για τη Μέριλιλ —στην παρούσα κατάστασή της, τουλάχιστον— μα, ούτως ή άλλως, φαινόταν αδιανόητο να το έχει κάνει οποιαδήποτε αδελφή. Όπως πολύ εύστοχα είχε παρατηρήσει η Μπιργκίτε, ένας από τους χειρότερους Σκοτεινόφιλους που είχε συναντήσει ποτέ, κατά τη διάρκεια των Πολέμων των Τρόλοκ, ήταν ένας γλυκός και πράος νεαρός που αναπηδούσε τρομαγμένος σε κάθε θόρυβο. Και δηλητηρίασε το νερό μιας ολόκληρης πόλης. Η πρόταση της Αβιέντα ήταν να ανακριθούν κι οι τρεις, κάτι που είχε τρομοκρατήσει την Μπιργκίτε, αλλά η Αβιέντα δεν ένιωθε τόσο δέος πια για τις Άες Σεντάι. Φυσικά, η διαδικασία θα έπρεπε να λάβει χώρα με τις ανάλογες αβρότητες, μέχρις ότου βρισκόταν κάποιο ενοχοποιητικό στοιχείο. Τότε, τέρμα οι ευγένειες.

«Α», αναφώνησε η Σάριθα, λάμποντας ξαφνικά. «Να κι ο Αρχηγός Μέλαρ. Ξανάγινε ήρωας όσο έλειπες, Ηλαίην».

Η Αβιέντα άδραξε τη λαβή του μαχαιριού στο ζωνάρι της κι η Μπιργκίτε κοκάλωσε. Το πρόσωπο της Κάρεαν παρέμεινε ανέκφραστο και ψυχρό, ενώ ακόμα κι η Μέριλιλ πήρε μια έκφραση δυσαρέσκειας κι υπεροψίας. Καμία αδελφή δεν έκρυβε την αντιπάθειά της για τον Ντόιλιν Μέλαρ.

Ο άντρας είχε στενό πρόσωπο και δεν θα τον χαρακτήριζες όμορφο, ίσως ούτε καν εμφανίσιμο, μολονότι οι κινήσεις του είχαν ευλυγισία και μεγαλοπρέπεια ξιφομάχου, κάτι που δήλωνε ρώμη. Ως Αρχηγός της σωματοφυλακής της Ηλαίην, είχε τρία χρυσά σιρίτια που έδειχναν τον βαθμό του στερεωμένα στους ώμους του καλογυαλισμένου θώρακά του. Ένας άσχετος παρατηρητής κάλλιστα θα σκεφτόταν πως ο Μέλαρ υπερείχε της Μπιργκίτε ιεραρχικά. Οι πτυχές της χιονόλευκης δαντέλας στον λαιμό και τους καρπούς του ήταν διπλάσιες σε πάχος και μήκος από εκείνες στις στολές των Φρουρών, αλλά δεν φορούσε τον τελαμώνα, ίσως για να μην κρύβει το ένα ζεύγος απ’ τα χρυσό σιρίτια. Ισχυριζόταν πως δεν ήθελε κάτι περισσότερο στη ζωή του από το να ηγείται της σωματοφυλακής της Ηλαίην, αλλά αναφερόταν συχνά σε μάχες που είχε δώσει ως μισθοφόρος. Προφανώς, δεν είχε βρεθεί ποτέ στην πλευρά των ηττημένων, ενώ πολύ συχνά οι νίκες προέρχονταν από τις δικές του ατραγούδιστες προσπάθειες στο πεδίο της μάχης. Έβγαλε το καπέλο με τα λευκά φτερά με μια βαθιά και φιγουρατζίδικη υπόκλιση, κρατώντας επιδέξια το σπαθί του με το ένα χέρι, κι ύστερα έκανε άλλη μία, ελαφρώς μικρότερη, προς τη μεριά της Μπιργκίτε, με το χέρι διαγώνια στο στήθος του σε χαιρετισμό.

Η Ηλαίην άφησε ένα χαμόγελο να ζωγραφιστεί στο πρόσωπό της. «Η Σάριθα λέει πως ξανάγινες ήρωας, Αρχηγέ Μέλαρ. Τι έκανες;»

«Τίποτα περισσότερο από το καθήκον μου απέναντι στη βασίλισσά μου». Παρά τη φωνή του, που ήταν πλήρης ταπεινοφροσύνης, το χαμόγελο που ανταπέδωσε ήταν πιο ζεστό απ’ όσο θα έπρεπε. Το μισό παλάτι θεωρούσε πως αυτός ήταν ο πατέρας του παιδιού της Ηλαίην. Το γεγονός ότι εκείνη δεν είχε συντρίψει τις εν λόγω φήμες μάλλον τον έκανε να πιστεύει πως είχε προοπτικές. Εκείνο το χαμόγελο, ωστόσο, δεν έφτασε μέχρι τα σκούρα μάτια του. Παρέμειναν παγωμένα σαν τον θάνατο. «Το καθήκον μου απέναντι σου είναι η ευχαρίστησή μου, Βασίλισσά μου».