«Μη νομίζεις πως αποφεύγω να πληρώσω τις οφειλές μου, Σάριθα». Η Ηλαίην ένιωσε την Αβιέντα να της πιάνει το ένα χέρι και την Μπιργκίτε το άλλο, κι έσφιξε ελαφρά τους μυς της. Όταν είσαι περικυκλωμένη από εχθρούς, καλό είναι να έχεις μια αδελφή και μια φίλη από κοντά. «Πάω να κάνω ένα ζεστό μπάνιο. Εκτός κι αν κάποια από εσάς επιθυμεί να μου τρίψει την πλάτη...»
Οι Άες Σεντάι κατάλαβαν ότι τις απέπεμπε, οπότε έφυγαν βαδίζοντας πιο μεγαλόπρεπα απ’ ό,τι ο Μέλαρ. Η Κάρεαν συζητούσε ήδη με τη Σάριθα κατά πόσον οι Ανεμοσκόποι θα ήθελαν να πάρουν μαθήματα σήμερα, ενώ η Μέριλιλ προσπαθούσε να κοιτάξει συγχρόνως προς πάσα κατεύθυνση, ελπίζοντας να αποφύγει κάποια συνάντηση με Ανεμοσκόπο. Τι θα συζητούσαν, άραγε, αργότερα; Ότι η Ηλαίην τα είχε τσουγκρίσει με τον πατέρα του παιδιού της ή ότι είχαν κρύψει με επιτυχία την ενοχή τους για το φόνο της Αντελέας;
Πάντα κληρώνω τις οφειλές μου, σκέφτηκε η Ηλαίην, καθώς τις έβλεπε να ξεμακραίνουν. Και βοηθώ τους φίλους μου να πληρώσουν τις δικές τους.
12
Μια Συμφωνία
Δεν ήταν δύσκολο να βρεθεί λουτρό, αν κι η Ηλαίην χρειάστηκε να περιμένει στον διάδρομο κοιτώντας συνοφρυωμένη τους σκαλιστούς λέοντες στις πόρτες των διαμερισμάτων της, ενώ μικρές ριπές αέρα έκαναν το φως των αντανακλώμενων φανών να τρεμοπαίζει. Η Ρασόρια και δύο ακόμα από τις Φρουρούς είχαν πάει να ερευνήσουν το δωμάτιο. Μόλις βεβαιώθηκαν πως δεν υπήρχαν φονιάδες έτοιμοι να ξεπηδήσουν από το πουθενά, και μόλις οι φρουροί παρατάχτηκαν στον διάδρομο και στον προθάλαμο, η Ηλαίην μπήκε και βρήκε την ασπρομάλλα Εσάντε να την περιμένει στην κρεβατοκάμαρα μαζί με τη Νάρις και τη Σέφανι, τις δύο νεαρές υπηρέτριες που εκπαίδευε. Η Εσάντε ήταν λεπτή, με τον Χρυσό Κρίνο της Ηλαίην κεντημένο πάνω στο αριστερό της στήθος και την έκδηλη αξιοπρέπειά της τονισμένη από τον εξεζητημένο τρόπο των κινήσεών της, κάτι που εν μέρει ήταν απόρροια της ηλικίας και των πονεμένων αρθρώσεων, αν κι αρνούνταν να το παραδεχτεί. Η Νάρις κι η Σέφανι ήταν αδελφές, δυνατές, με πρόσωπα δροσερά και βλέμματα ντροπαλά, περήφανες για τη λιβρέα που φορούσαν και χαρούμενες που είχαν επιλεγεί γι’ αυτό το καθήκον αντί να καθαρίζουν διαδρόμους. Ωστόσο, ένιωθαν δέος απέναντι στην Εσάντε, σχεδόν όσο και για την Ηλαίην. Υπήρχαν πιο πεπειραμένες υπηρέτριες, βέβαια, γυναίκες με χρόνια προϋπηρεσίας στο παλάτι, αλλά δυστυχώς, οι κοπέλες που έρχονταν να ζητήσουν οποιουδήποτε είδους δουλειά ήταν κι οι πιο ακίνδυνες.
Δύο χάλκινες μπανιέρες είχαν στηθεί πάνω σε παχιές στρώσεις από πετσέτες, που ήταν απλωμένες στο ροδόχρωμο πλακόστρωτο, εκεί όπου ένα από τα χαλιά είχε τυλιχτεί, απόδειξη ότι η είδηση του ερχομού της Ηλαίην είχε προηγηθεί της εμφάνισής της. Οι υπηρέτες είχαν την έφεση να μαθαίνουν ταχύτατα τα δρώμενα, τόσο που θα τους ζήλευαν ακόμα κι οι κατάσκοποι του Πύργου. Η φουντωμένη πυρά στο τζάκι και τα ερμητικά κλειστά παράθυρα έκαναν το δωμάτιο ζεστό συγκριτικά με τον διάδρομο κι η Εσάντε περίμενε να δει την Ηλαίην να μπαίνει πριν στείλει τη Σέφανι να φέρει εσπευσμένα τους άντρες με το ζεστό νερό. Θα το κουβαλούσαν σε κουβάδες με διπλά τοιχώματα, σκεπασμένους για να μην κρυώσουν στη διαδρομή από την κουζίνα, αν και μάλλον θα καθυστερούσαν λιγάκι εξαιτίας του ελέγχου των Φρουρών για τυχόν κρυμμένα μαχαίρια μέσα στο νερό.
Η Αβιέντα κοίταξε τη δεύτερη μπανιέρα τόσο επιφυλακτικά όσο η Εσάντε κοιτούσε την Μπιργκίτε, η μία ανήσυχη στην προοπτική να βάλει το πόδι της στο νερό, η άλλη ανέτοιμη να δεχτεί ότι μπορούσαν να υπάρχουν κι άλλοι παρόντες στο λουτρό πέρα από τους απαραίτητους. Ωστόσο, η ασπρομάλλα υπηρέτρια δεν έχασε καιρό και συνόδευσε με φούρια την Ηλαίην και την Αβιέντα στο δωμάτιο ιματισμού, όπου άλλη μία πυρά, σε ένα φαρδύ, μαρμάρινο τζάκι, απορροφούσε την παγωνιά από την ατμόσφαιρα. Ήταν μεγάλη ανακούφιση να τη βοηθάει η Εσάντε να βγάλει τα ρούχα ιππασίας, εφ’ όσον ήξερε ότι την περίμεναν πολύ περισσότερα από ένα βιαστικό μπάνιο και λίγη ηρεμία, κι ανησυχώντας ταυτόχρονα για το πόσο γρήγορα θα έπρεπε να κινηθεί προς τον επόμενο προορισμό της. Την περίμεναν κι άλλες επίπλαστες ευγένειες, το Φως να τη βοηθούσε, κι άλλες ανησυχίες, όμως το σημαντικότερο ήταν ότι είχε γυρίσει σπίτι. Κόντευε να ξεχάσει εκείνο τον πυρσό που έλαμπε στη δύση. Σχεδόν. Όχι εντελώς, βέβαια, αλλά, εν πάση περιπτώσει, το μυαλό της είχε πάψει να κλωθογυρίζει όσο δεν τον σκεφτόταν.
Τελικά, γδύθηκαν —με την Αβιέντα να χαστουκίζει τα χέρια της Νάρις και να βγάζει μόνη της τα κοσμήματά της, πασχίζοντας να πείσει τον εαυτό της ότι η Νάρις ήταν ανύπαρκτη κι ότι τα ρούχα γλιστρούσαν αυτοβούλως απ’ το κορμί της— φασκιώθηκαν με κεντητές μεταξένιες ρόμπες και τύλιξαν τα μαλλιά τους με λευκές πετσέτες. Η Αβιέντα προσπάθησε τρεις φορές να τυλίξει την πετσέτα γύρω από το κεφάλι της, επιτρέποντας τελικά στη Νάρις ν’ αναλάβει, αφού το ύφασμα είχε καταρρεύσει και τις τρεις φορές, κι άρχισε να μουρμουρίζει ότι είχε αρχίσει να γίνεται τόσο μαλθακή, ώστε σύντομα θα χρειαζόταν βοήθεια για να δέσει τα κορδόνια της. Η Ηλαίην άρχισε να γελάει, παρασύροντας και τη φίλη της σ’ ένα ξέσπασμα γέλιου, που είχε ως αποτέλεσμα να τινάξει το κεφάλι της προς τα πίσω, αναγκάζοντας τη Νάρις να τυλίξει ξανά την πετσέτα. Όταν τελείωσε η προετοιμασία, επέστρεψαν στην κρεβατοκάμαρα, όπου οι μπανιέρες ήταν ήδη γεμάτες, με το άρωμα του ροδέλαιου που είχε προστεθεί στο νερό να πλημμυρίζει τον αέρα. Οι άντρες που είχαν φέρει το νερό, είχαν φύγει —φυσικά— ενώ η Σέφανι τις περίμενε ανασκουμπωμένη μέχρι τους αγκώνες, σε περίπτωση που κάποια από τις γυναίκες επιθυμούσε να της τρίψει την πλάτη. Η Μπιργκίτε καθόταν πάνω στο σεντούκι με τη διακόσμηση από τουρκουάζ, στα πόδια του κρεβατιού, με τους αγκώνες στηριγμένους στα γόνατά της.