Η Ηλαίην επέτρεψε στην Εσάντε να τη βοηθήσει να βγάλει την ωχροπράσινη και κεντητή με χελιδόνια ρόμπα της και να βυθιστεί αμέσως στην μπανιέρα, αφήνοντας τον εαυτό της να καταδυθεί έως τον λαιμό στο νερό, που ήταν κάτι παραπάνω από χλιαρό. Αυτό έκανε τα γόνατά της να εξέχουν, αλλά με το μεγαλύτερο μέρος του κορμιού της βυθισμένο στη ζεστασιά του νερού, η Ηλαίην αναστέναξε, νιώθοντας την εξάντληση να στραγγίζεται από μέσα της και τη χαύνωση να την κατακλύζει. Το μπάνιο με ζεστό νερό ίσως ήταν το μεγαλύτερο δώρο του πολιτισμένου κόσμου.
Κοιτώντας αφηρημένα την άλλη μπανιέρα, η Αβιέντα ξαφνιάστηκε μόλις η Νάρις έκανε να της βγάλει τη λιλά ρόμπα με τα κεντητά λουλούδια στα φαρδιά μανίκια. Μορφάζοντας, της επέτρεψε να το κάνει και μπήκε επιφυλακτικά στο νερό. Άρπαξε το στρογγυλό σαπούνι από τα χέρια της Σέφανι κι άρχισε να τρίβεται μόνη της, ζωηρά αλλά με μεγάλη προσοχή, μην τυχόν και ξεχείλιζε μία κουταλιά νερό από την άκρη της μπανιέρας. Οι Αελίτισσες χρησιμοποιούσαν το νερό για πλύσιμο, όπως επίσης και στις σκηνές του ιδρώτα, ειδικά για να ξεπλύνουν το σαμπουάν που έφτιαχναν από ένα παχύφυτο που φύτρωνε στην Ερημιά. Το βρώμικο νερό, ωστόσο, το φύλασσαν και το χρησιμοποιούσαν ξανά για να ποτίσουν τις καλλιέργειες. Η Ηλαίην τής είχε δείξει δύο από τις μεγάλες δεξαμενές κάτω από το Κάεμλυν, οι οποίες τροφοδοτούνταν από ένα ζεύγος υπόγειων ποταμών κι ήταν αρκετά μεγάλες ώστε καθεμία να χάνεται κατά μήκος σ’ ένα δάσος από πυκνές κολόνες και σκιές, αλλά η άνυδρη Ερημιά είχε μπει για καλά στο πετσί της Αβιέντα.
Αγνοώντας τις δηκτικές ματιές της Εσάντε -αυτή η γυναίκα σπανίως έλεγε κάτι πέρα από τα απολύτως απαραίτητα και πίστευε ότι την ώρα του μπάνιου δεν πρέπει να μιλάει κανείς— η Μπιργκίτε μιλούσε ενόσω οι άλλες πλένονταν, παρ’ όλο που πρόσεχε πολύ τα λόγια της παρουσία της Νάρις και της Σέφανι. Όχι ότι υπήρχε πιθανότητα να δούλευαν οι δύο κοπέλες για λογαριασμό άλλου Οίκου, αλλά οι υπηρέτριες κουτσομπόλευαν σχεδόν όσο οι άντρες — αποτελούσε παράδοση, φαίνεται. Από την άλλη, άξιζε τον κόπο να υποθάλπονται κάποιες φήμες. Η Μπιργκίτε μίλησε κατά κύριο λόγο για δύο εμπορικούς συρμούς που είχαν φθάσει την προηγούμενη μέρα από το Δάκρυ, με τα βαγόνια τους κατάφορτα από δημητριακά και παστό βοδινό, και γι’ άλλον έναν συρμό από το Ίλιαν, ο οποίος μετέφερε λάδι, αλάτι και καπνιστό ψάρι. Πάντα άξιζε τον κόπο να υπενθυμίζεις στους ανθρώπους ότι τα τρόφιμα εξακολουθούν να συρρέουν στην πόλη. Ελάχιστοι έμποροι τολμούσαν να διασχίσουν τους δρόμους του Άντορ τον χειμώνα, κανείς με φορτίο τόσο φτηνό όσο τα τρόφιμα, αλλά η ύπαρξη των πυλών σήμαινε ότι η Αρυμίλα μπορούσε να παρεμποδίσει την πορεία όποιου εμπόρου επιθυμούσε και, παρ’ όλα αυτά, ο στρατός της να λιμοκτονήσει πολύ πριν το Κάεμλυν αισθανθεί τους πρώτους σπασμούς της πείνας. Οι Ανεμοσκόποι, που έφτιαχναν τις περισσότερες από αυτές τις πύλες, ανέφεραν ότι ο Υψηλός Άρχοντας Ντάρλιν —ο οποίος αξίωνε τον τίτλο του Διαχειριστή στο Δάκρυ στο όνομα του Αναγεννημένου Δράκοντα, αν ήταν δυνατόν!— είχε πολιορκηθεί στην Πέτρα του Δακρύου από ευγενείς που ήθελαν να διώξουν οριστικά τον Αναγεννημένο Δράκοντα από το Δάκρυ, αλλά ακόμα κι αυτοί δύσκολα θα σταματούσαν ένα πλούσιο εμπόριο δημητριακών, ειδικά εφ’ όσον περνούσαν τις γυναίκες του Σογιού που συνόδευαν τις Ανεμοσκόπους για Άες Σεντάι. Όχι ότι είχε γίνει καμιά προσπάθεια εξαπάτησης, αλλά τα δαχτυλίδια με το Μέγα Ερπετό είχαν φτιαχτεί για γυναίκες του Σογιού που είχαν περάσει τις δοκιμασίες των Αποδεχθεισών πριν διωχτούν από τον Πύργο, κι αν κανείς έβγαζε λανθασμένα συμπεράσματα, το φταίξιμο δεν ήταν δικό τους.