Выбрать главу

Παρά το ζεστό νερό, αισθάνθηκε ανατριχίλες, καθώς σκεφτόταν όλες εκείνες τις πλεκτάνες που ο Λευκός Πύργος είχε υφάνει ανά τους αιώνες· ήταν τόσο καλοφτιαγμένες, που δεν μπορούσε να τις διακρίνει κανείς εκτός από τις αδελφές που συμμετείχαν. Επιπλέον, το μπλέξιμο ήταν τόσο μεγάλο, ώστε μονάχα οι ίδιες αδελφές μπορούσαν να τις λύσουν. Ο Πύργος ύφαινε δίχτυα, τα Άτζα ύφαιναν δίχτυα, ακόμα και μεμονωμένες αδελφές ύφαιναν δίχτυα. Υπήρχαν φορές που τα δίχτυα αυτά μπλέκονταν μεταξύ τους, λες και τα καθοδηγούσε το ίδιο χέρι. Άλλες φορές, πάλι, το ένα ακύρωνε το άλλο. Έτσι πλαθόταν ο κόσμος τις τρεις τελευταίες χιλιετίες. Πλέον, ο Πύργος είχε τριχοτομηθεί. Το ένα μέρος του ακολουθούσε την Εγκουέν, το άλλο την Ελάιντα, ενώ το τρίτο τηρούσε ουδέτερη στάση. Αν αυτά τα τελευταία έρχονταν σε επαφή, ανταλλάσσοντας πληροφορίες ή οργανώνοντας σχέδια, οι επιπλοκές θα ήταν...

Ένας ξαφνικός ορυμαγδός από φωνές, κάπως πνιχτές πίσω από την κλειστή πόρτα, την έκαναν να ανασηκωθεί. Η Νάρις κι η Σέφανι τσίριξαν και πήδησαν η μία στην αγκαλιά της άλλης, κοιτώντας την πόρτα με γουρλωμένα μάτια.

«Τι στο καλό...;» Γρυλίζοντας, η Μπιργκίτε τινάχτηκε από το σεντούκι και βγήκε από το δωμάτιο κλείνοντας με δύναμη την πόρτα πίσω της. Οι φωνές αυξήθηκαν σε ένταση.

Δεν ακουγόταν σαν καυγάς των Φρουρών, οι οποίες είχαν ξελαρυγγιαστεί, κι ο δεσμός μετέδιδε συναισθήματα θυμού κι απογοήτευσης, μαζί μ’ εκείνον τον καταραμένο πονοκέφαλο. Η Ηλαίην βγήκε από την μπανιέρα, απλώνοντας το χέρι της στην Εσάντε για να τη βοηθήσει να βάλει τη ρόμπα της. Η ηρεμία της ασπρομάλλας υπηρέτριας —και της Ηλαίην, πιθανότατα— κάλμαρε τις δύο υπηρέτριες, οι οποίες αναψοκοκκίνισαν μόλις τις κοίταξε η Εσάντε, αλλά η Αβιέντα πήδησε έξω από την μπανιέρα της, πιτσιλώντας νερά τριγύρω, κι έτρεξε στάζοντας στο δωμάτιο ιματισμού. Η Ηλαίην περίμενε πως θα επέστρεφε με το μαχαίρι της ζώνης της, αλλά αντί γι’ αυτό, η Αβιέντα γύρισε κυκλωμένη από τη λάμψη του σαϊντάρ και με την κεχριμπαρένια χελώνα στο ένα χέρι. Με το άλλο, έδωσε στην Ηλαίην το ανγκριάλ που είχε χωμένο στο πουγκί της ζώνης της, ένα πολύ παλιό φιλντισένιο γλυπτό που απεικόνιζε μια γυναίκα ντυμένη μόνο με τα μαλλιά της. Πλην της πετσέτας που είχε τυλίξει γύρω από το κεφάλι της, η Αβιέντα φορούσε μόνο τη στιλπνή υγρασία του νερού. Θυμωμένη, έκανε πέρα τη Σέφανι όταν η υπηρέτρια προσπάθησε να της φορέσει τη ρόμπα. Άσχετα από το αν κρατούσε μαχαίρι ή όχι, η Αβιέντα εξακολουθούσε να νομίζει πως η λάμα θα της χρησίμευε στη μάχη κι ότι ίσως χρειαζόταν να κάνει κάποια αιφνιδιαστική κίνηση.

«Άσ’ το στο δωμάτιο αυτό», της είπε η Ηλαίην, δίνοντας το φιλντισένιο ανγκριάλ στην Εσάντε. «Αβιέντα, δεν νομίζω πως θα χρειαστεί να...»

Το κεφάλι της βλοσυρής Μπιργκίτε τρύπωσε από τη χαραμάδα της πόρτας. Η Νάρις κι η Σέφανι αναπήδησαν. Μάλλον δεν είχαν καλμάρει και τόσο, τελικά.

«Η Ζάιντα θέλει να σε δει», γρύλισε η Μπιργκίτε προς τη μεριά της Ηλαίην. «Της είπα να περιμένει, μα...» Αφήνοντας μια ξαφνική τσιρίδα, τρίκλισε παραπατώντας μέσα στο δωμάτιο, έκανε δύο βήματα, βρίσκοντας την ισορροπία της, και στράφηκε να κοιτάξει τη γυναίκα που την είχε σπρώξει.

Η Κυρά των Κυμάτων της φατρίας Κάτελαρ δεν έδειχνε σαν να είχε μόλις σπρώξει κάποιον. Με τις άκρες από τους περίτεχνους κόμπους της κόκκινης εσάρπας της να στριφογυρίζουν γύρω από τα γόνατά της, μπήκε ήρεμα στο δωμάτιο, ακολουθούμενη από δύο Ανεμοσκόπους, η μία εκ των οποίων έκλεισε την πόρτα κατάμουτρα στην εξοργισμένη Ρασόρια. Και οι τρεις γυναίκες ταλαντεύτηκαν και κινήθηκαν εξίσου γοργά με την Μπιργκίτε, όσο τουλάχιστον της επέτρεπαν τα τακούνια στις μπότες της. Η Ζάιντα ήταν κοντή και τα έντονα κατσαρά μαλλιά της διασχίζονταν από γκριζωπές λωρίδες, αλλά το σκούρο πρόσωπό της ήταν από εκείνα που γίνονται όλο και πιο όμορφα με τα χρόνια, ενώ η ομορφιά της μεγεθυνόταν από τη χρυσή αλυσίδα, βαρυφορτωμένη με μικρά μενταγιόν, η οποία ένωνε ένα από τα φαρδιά, χρυσά σκουλαρίκια με τον κρίκο της μύτης της. Το σημαντικότερο ήταν ότι απέπνεε αέρα εξουσίας. Δεν είχε να κάνει τόσο με αλαζονεία, όσο με την επίγνωση ότι θα την υπάκουαν, ό,τι κι αν έλεγε. Οι Ανεμοσκόποι έριξαν μια ματιά στην Αβιέντα εξακολουθώντας να λάμπουν από Δύναμη, και το γωνιώδες πρόσωπο της Τσανέλ σφίχτηκε. Ωστόσο, πέρα από τη μουρμούρα της Σιέλυν ότι «η Αελίτισσα» ήταν έτοιμη να υφάνει, οι γυναίκες σώπασαν και περίμεναν. Τα οκτώ σκουλαρίκια στα αυτιά της Σιέλυν μαρτυρούσαν ότι ήταν Ανεμοσκόπος Κυράς των Κυμάτων Φατρίας, ενώ η τιμητική αλυσίδα της Τσανέλ είχε επάνω της τόσα χρυσά μενταγιόν όσα σχεδόν και της Ζάιντα. Αμφότερες ήταν γυναίκες με εξουσία, πράγμα προφανές από το παρουσιαστικό τους και τον τρόπο που κινούνταν, αλλά δεν χρειαζόταν να ξέρει κανείς πολλά για τους Άθα’αν Μιέρε, ώστε να καταλάβει με την πρώτη ματιά ότι η Ζάιντα ντιν Παρέντε είχε την πρωτοκαθεδρία.