Выбрать главу

«Η αδελφή μου σ’ έχει στο χέρι, Ζάιντα ντιν Παρέντε», γέλασε θριαμβευτικά η Αβιέντα, σκαμπιλίζοντας τον γοφό της. «Για την ακρίβεια, σ’ έχει κρεμάσει από τους αστραγάλους·». Επρόκειτο για μια τιμωρία που συνήθιζαν οι Θαλασσινοί, και για κάποιο λόγο η Αβιέντα την έβρισκε εξαιρετικά διασκεδαστική.

Η Ηλαίην έπνιξε μια έκρηξη οργής. Η Αβιέντα δεν έχανε ευκαιρία να τσιγκλήσει τις Θαλασσινές —είχε αρχίσει να φέρεται έτσι από τότε που διέφυγαν από το Έμπου Νταρ, και δεν είχε πάψει στιγμή— αλλά τώρα δεν ήταν η κατάλληλη ώρα για τέτοια.

Η Τσανέλ κοκάλωσε και το γαλήνιο πρόσωπό της μετατράπηκε σε αγριωπή μάσκα. Η λυγερόκορμη γυναίκα ήταν το επίκεντρο των πειραγμάτων της Αβιέντα περισσότερες από μία φορές, συμπεριλαμβανομένου ενός θλιβερού επεισοδίου που αφορούσε το όοσκουαϊ, ένα εξαιρετικά δραστικό Αελίτικο ποτό. Η λάμψη του σαϊντάρ την περικύκλωσε! Η Ζάιντα δεν μπορούσε να τη διακρίνει, αλλά είχε υπ’ όψιν της το περιστατικό με το όοσκουαϊ και με την Τσανέλ, που την κουβάλησαν άρον-άρον στο κρεβάτι της, στα πρόθυρα εμετού καθ’ όλη τη διάρκεια της διαδρομής, και σήκωσε το χέρι της σε μια αδιάλλακτη κίνηση προς το μέρος της Ανεμοσκόπου. Η λάμψη έγινε πιο αχνή, και το πρόσωπο της Τσανέλ σκοτείνιασε, μπορεί από αναψοκοκκίνισμα, μπορεί κι από οργή.

«Ίσως τα πράγματα να είναι όπως τα είπες», είπε η Ζάιντα, κάτι που λίγο απείχε από το να αποτελεί προσβολή, ειδικά απέναντι σε Άες Σεντάι. «Όπως και να έχει όμως, η Μέριλιλ δεν αποτελούσε μέρος του σχεδίου. Συμφώνησε να είναι εκπαιδεύτρια πολύ πριν έρθει στο Κάεμλυν, οπότε θα έρθει μαζί μου για να συνεχίσει την εκπαίδευση».

Η Ηλαίην πήρε μια βαθιά ανάσα. Της ήταν αδύνατον να προσπαθήσει να μεταπείσει τη Ζάιντα. Ένα μεγάλο μέρος της επιρροής του Λευκού Πύργου βασιζόταν στο γεγονός ότι τηρούσε τον λόγο του εξίσου απαρέγκλιτα με τις Θαλασσινές, κι αυτό ήταν γνωστό παντού. Βέβαια, ο κόσμος έλεγε πως έπρεπε να ακούσεις πολύ προσεκτικά πριν βεβαιωθείς πως μια Άες Σεντάι υποσχέθηκε όντως όσα νομίζεις πως υποσχέθηκε, κάτι που πολλές φορές ήταν αλήθεια, αλλά από τη στιγμή που η υπόσχεση ήταν ξεκάθαρη, δεν διέφερε και πολύ από Όρκο υπό το Φως. Μάλλον οι Ανεμοσκόποι δεν θ’ άφηναν τη Μέριλιλ να φύγει· εδώ καλά-καλά, δεν την άφηναν από τα μάτια τους. «Θα χρειαστεί να μου την επιστρέψεις αν τη χρειαστώ ιδιαιτέρως». Αν, δηλαδή, η Βαντέν κι οι άλλες δύο βοηθοί έβρισκαν αποδείξεις ότι ανήκε στο Μαύρο Άτζα. «Σε αυτή την περίπτωση, θα ορίσω αντικαταστάτρια». Ποια θα ήταν αυτή, δεν είχε ιδέα.

«Μπορεί να υπηρετήσει όλο τον υπόλοιπο χρόνο. Η συμφωνία λέει ότι έχει τουλάχιστον έναν ακόμη χρόνο μπροστά της». Η Ζάιντα ένευσε σαν να ομολογούσε κάτι. «Αντιλαμβάνεσαι, όμως, ότι η αντικαταστάτρια θα πρέπει να έρθει πριν από την αναχώρηση της Μέριλιλ. Δεν θα την αφήσω να φύγει αν δεν υπάρχει κάποια άλλη στη θέση της».

«Υποθέτω πως αυτό είναι μια σωστή λύση», αποκρίθηκε ήρεμα η Ηλαίην. Και μακάρι να ήταν, γιατί άλλη ευκαιρία δεν υπήρχε!

Η Ζάιντα χαμογέλασε αδιόρατα κι επέτεινε τη σιωπή. Η Τσανέλ μετακινήθηκε, πιότερο από ανυπομονησία παρά για να σηκωθεί, αλλά η Κυρά των Κυμάτων δεν σάλεψε καν. Ήταν ολοφάνερο ότι περίμενε κάτι περισσότερο, μια άλλη συμφωνία πιθανότατα, κι ήταν επίσης ολοφάνερο ότι επιθυμούσε να μιλήσει πρώτη η Ηλαίην, η οποία με τη σειρά της προσδοκούσε να ακούσει πρώτα την άλλη γυναίκα. Η φωτιά είχε αρχίσει να φουντώνει και να τσιτσιρίζει, στέλνοντας τις σπίθες της ψηλά στην καμινάδα κι εκπέμποντας μια απολαυστική θερμότητα στο δωμάτιο, αλλά η υγρή ρόμπα της Ηλαίην απορροφούσε την παγωνιά της ατμόσφαιρας και τη μετέδιδε στο δέρμα της. Μπορεί να αγνοούσε το κρύο, αλλά πώς ήταν δυνατόν να αγνοήσει ότι ήταν παγωμένη και μουσκεμένη; Κοίταξε κατάματα τη Ζάιντα και προσπάθησε να ανταποδώσει το ανάλαφρο χαμόγελο. Εκείνη τη στιγμή επέστρεψε η Εσάντε, ακολουθούμενη από τη Νάρις και τη Σέφανι, οι οποίες κουβαλούσαν δύο σχοινένιους δίσκους. Ο ένας είχε επάνω του μια ασημένια τσαγιέρα σε σχήμα λιονταριού και λεπτά πράσινα ποτήρια από πορσελάνη των Θαλασσινών, κι ο άλλος κούπες από σφυρήλατο ασήμι και μια ψηλόλαιμη κανάτα, από την οποία αναδιδόταν ευωδιά μπαχαρικών. Όλες προτίμησαν το κρασί, εκτός από την Ηλαίην, που άλλωστε δεν της προσφέρθηκε. Η γυναίκα κοίταξε την κούπα με το τσάι κι αναστέναξε. Έβλεπε ξεκάθαρα τον πάτο της. Ήταν τόσο αραιό, που έμοιαζε σαν να της είχαν προσφέρει νερό!