«Περιποιήσου τους στο επίσημο καθιστικό μέχρι να μπορέσω να έρθω, Μπιργκίτε». Το μικρό καθιστικό ήταν αρκετό για τη Ζάιντα —ήλπιζε να μην είχε προσέξει η Κυρά των Κυμάτων την παραμέληση του δωματίου— αλλά τέσσερις Υψηλές Έδρες είχαν ανάγκη από περισσότερο χώρο. «Και ζήτησε από την Αρχιυπηρέτρια να ρυθμίσει το θέμα της διαμονής τους». Της διαμονής. Μα το Φως! Θα χρειαζόταν να διώξει εσπευσμένα τις Άθα’αν Μιέρε, για να κάνει χώρο. Μέχρι να φύγουν εκείνες, τα περισσότερα κρεβάτια που δεν καταλαμβάνονταν ήδη από δύο άτομα, καταλαμβάνονταν από τρία. «Εσάντε, νομίζω πως το πράσινο μεταξωτό με τα ζαφείρια θα μου πηγαίνει καλύτερα. Φέρε, επίσης, τα ζαφείρια των μαλλιών. Τα μεγάλα».
Η Μπιργκίτε έφυγε εξακολουθώντας να νιώθει απορία και κάποια ταραχή. Γιατί, όμως; Να σκεφτόταν, άραγε, ότι η Ηλαίην έπρεπε να αφήσει την Ντυέλιν να ξεροσταλιάζει εξαιτίας της Ζάιντα; Μα το Φως, τώρα η Ηλαίην ένιωθε προβληματισμένη εξαιτίας του προβληματισμού της Μπιργκίτε. Αν επέτρεπαν σε αυτό το ανακυκλούμενο συναίσθημα να τις διακατέχει, στο τέλος και οι δύο θα ένιωθαν ναυτία! Καθώς η πόρτα έκλεινε, η Εσάντε κινήθηκε προς την πλησιέστερη ντουλάπα με ένα χαμόγελο χαραγμένο στα χείλη, που θα μπορούσε να χαρακτηριστεί ακόμα και θριαμβευτικό.
Παρατηρώντας την Αβιέντα, η οποία είχε απομακρύνει τη Νάρις και τη χτένα της και δίπλωνε ένα σκούρο γκρίζο μαντίλι για να δέσει τα μαλλιά στον αυχένα της, η Ηλαίην χαμογέλασε κι αυτή. Χρειαζόταν κάτι που θα την έβγαζε από αυτήν την ατελείωτη ανακατωσούρα. «Ίσως, για μια φορά, θα έπρεπε να φορέσεις μετάξια και πετράδια, Αβιέντα», την πείραξε γλυκά. «Η Ντυέλιν δεν πρόκειται να ενοχληθεί φυσικά, μα οι υπόλοιποι δεν είναι συνηθισμένοι στις Αελίτισσες. Θα νομίζουν πως φιλοξενώ καμιά γυναίκα απ’ τους στάβλους».
Το είπε ως αστείο —συνήθιζαν να πειράζονται διαρκώς μεταξύ τους για τα ρούχα, αν κι η Ντυέλιν κοίταζε περιφρονητικά την Αβιέντα ό,τι κι αν φορούσε— αλλά η αδελφή της κοίταξε συνοφρυωμένη τις ντουλάπες που απλώνονταν κατά μήκος του τοίχου, κι έπειτα ένευσε κι άφησε το μαντίλι πλάι της, στο παραγεμισμένο μαξιλαράκι. «Κι όλα αυτά για να εντυπωσιαστούν οι Υψηλές Έδρες. Μη νομίζεις πως σκοπεύω να το κάνω συνέχεια. Για χάρη σου το κάνω».
Για κάποια που απλώς έκανε χάρη, αφέθηκε να κοιτάζει με τεράστιο ενδιαφέρον τα ρούχα που είχε βγάλει η Εσάντε, προτού αποφασίσει να φορέσει ένα σκούρο μπλε βελούδινο φόρεμα με πράσινες ραβδώσεις κι ένα ασημί δίχτυ για να στερεώσει τα μαλλιά της. Τα ρούχα τής ανήκαν, είχαν κατασκευαστεί ειδικά για την αφεντιά της, αλλά από τότε που είχε έρθει στο Κάεμλυν, τα απέφευγε λες και μέσα τους σέρνονταν δηλητηριώδεις αράχνες. Χάιδεψε τα μανίκια και δίστασε, σαν να επρόκειτο από στιγμή σε στιγμή να αλλάξει γνώμη, αλλά τελικά άφησε τη Νάρις να κουμπώσει τα μικροσκοπικά μαργαριταρένια κουμπιά. Αρνήθηκε την προσφορά της Ηλαίην να φορέσει σμαράγδια που θα ταίριαζαν γάντι με την εσθήτα της, κρατώντας το ασημένιο περιδέραιο με τις χιονονιφάδες και το βαρύ φιλντισένιο βραχιόλι, αλλά την τελευταία στιγμή καρφίτσωσε την κεχριμπαρένια χελώνα στον ώμο της.
«Ποτέ δεν ξέρεις πού μπορεί να σου χρειαστεί», είπε.
«Φύλαγε τα ρούχα σου, να έχεις τα μισά», συμφώνησε η Ηλαίην. «Πολύ σου πάνε αυτά τα χρώματα». Ήταν αλήθεια, μα η Αβιέντα αναψοκοκκίνισε. Αν της έκανες ένα κομπλιμέντο για το πόσο καλά χειριζόταν το τόξο ή για το πόσο γοργά έτρεχε, θα το θεωρούσε χρέος της, αλλά δυσκολευόταν να αποδεχτεί το γεγονός ότι ήταν όμορφη. Αποτελούσε ένα κομμάτι του εαυτού της που είχε καταφέρει να αγνοεί μέχρι τώρα.
Η Εσάντε κούνησε αποδοκιμαστικά το κεφάλι της, χωρίς να ξέρει βέβαια ότι η πόρπη ήταν ανγκριάλ. Το κεχριμπάρι δεν ταίριαζε με το μπλε βελούδο. Ίσως, πάλι, να έφταιγε το εγχειρίδιο της Αβιέντα με την κεράτινη λαβή που είχε χωμένο μέσα από την πράσινη βελούδινη ζώνη της. Η ασπρομάλλα υπηρέτρια βεβαιώθηκε ότι η Ηλαίην είχε ένα μικρό εγχειρίδιο με ζαφείρια πάνω στη θήκη και στο μπροστάρι, που κρεμόταν από μια ζώνη από υφασμένο χρυσάφι. Όλα έπρεπε να είναι άψογα για να κερδίσουν την έγκριση της Εσάντε.