Выбрать главу

Η Ρασόρια ξαφνιάστηκε μόλις η Αβιέντα εμφανίστηκε στον προθάλαμο ντυμένη με το ψηλόλαιμο βελούδινο φόρεμά της. Οι γυναίκες Φρουροί δεν την είχαν δει ποτέ να φοράει κάτι άλλο εκτός από τα Αελίτικα ενδύματα. Η Αβιέντα τις κοίταξε μουτρωμένη, λες κι είχαν βάλει τα γέλια, κι άδραξε το εγχειρίδιο της ζώνης της, αλλά ευτυχώς η προσοχή της στράφηκε σ’ έναν δίσκο καλυμμένο με πανί και τοποθετημένο στο μακρόστενο τραπέζι που ακουμπούσε στον τοίχο. Το μεσημεριανό γεύμα της Ηλαίην είχε ετοιμαστεί ενόσω οι γυναίκες ντύνονταν. Κάνοντας πέρα το ύφασμα με τις γαλάζιες λωρίδες, η Αβιέντα προσπάθησε να προσελκύσει το ενδιαφέρον της Ηλαίην στο φαγητό, χαμογελώντας και τονίζοντας πόσο εύγευστα είναι τα βραστά, ξερά δαμάσκηνα κι αναφωνώντας μόλις η ματιά της έπεφτε πάνω στα κομμάτια του χοιρινού μέσα στον χυλό από δημητριακά. Φαίνονταν κομμένα σε λεπτές φέτες. Η Ρασόρια ξερόβηξε κι ανέφερε πως η φωτιά έκαιγε όμορφα στο μεγάλο καθιστικό του δωματίου κι ότι θα την ευχαριστούσε ιδιαίτερα αν μετέφερε τον δίσκο στο εσωτερικό για χάρη της Αρχόντισσας Ηλαίην. Όλοι φρόντιζαν έτσι ώστε η Ηλαίην να τρέφεται σωστά, αν κι η λέξη «σωστά» ήταν υποκειμενική, αλλά αυτό εδώ καταντούσε γελοίο. Ο δίσκος ήταν αφημένος εκεί για κάμποση ώρα. Ο χυλός είχε καταντήσει μια πηχτή μάζα που, αν αναποδογύριζες τη γαβάθα, θα έμενε κολλημένη στον πάτο της!

Την περίμεναν οι Υψηλές Έδρες τεσσάρων Οίκων, και περίμεναν αρκετά. Τους το επεσήμανε, αλλά προσφέρθηκε να αφήσει τις δυο τους να φάνε, αν πεινούσαν. Αυτό που εννοούσε, στην πραγματικότητα, ήταν πως θα επέμενε να φάνε. Αυτό ήταν αρκετό για να κάνει την Αβιέντα να καλύψει ξανά τον δίσκο με το πανί αναρριγώντας, και τη Ρασόρια να μη χάνει χρόνο.

Η απόσταση από τον παγερό διάδρομο μέχρι το επίσημο καθιστικό δεν ήταν μεγάλη και τα μόνα πράγματα που κινούνταν, εκτός από τις ίδιες, ήταν τα λαμπερά, χειμερινά επίτοιχα χαλιά που αναδεύονταν στα ρεύματα του διαδρόμου. Οι Φρουροί σχημάτισαν έναν κύκλο γύρω από την Ηλαίην και την Αβιέντα, παρακολουθώντας τα πάντα γύρω τους, λες και περίμεναν επίθεση από Τρόλοκ. Η Ηλαίην κατέβαλε μεγάλη προσπάθεια για να πείσει τη Ρασόρια ότι δεν ήταν ανάγκη να ψάξει το καθιστικό προτού η ίδια έκανε την είσοδό της. Μπορεί οι Φρουροί να την υπηρετούσαν και να την υπάκουγαν, αλλά το μεγαλύτερό τους καθήκον ήταν να την κρατήσουν ζωντανή. Ως προς αυτό ειδικά το καθήκον, δεν το είχαν σε τίποτα να μουλαρώσουν όσο η Μπιργκίτε όταν έπρεπε να αποφασίσει αν ήταν Πρόμαχος, Στρατηγός ή μεγαλύτερη αδελφή. Το πιθανότερο δε ήταν πως, ύστερα από το περιστατικό με τη Ζάιντα, η Ρασόρια μάλλον θα ήθελε να παραδώσουν τα όπλα τους οι άρχοντες κι οι αρχόντισσες που περίμεναν μέσα! Η απειλή του χυλού ίσως να είχε παίξει επίσης τον ρόλο της. Ύστερα όμως από μια σύντομη συζήτηση, η Ηλαίην με την Αβιέντα πέρασαν τη φαρδιά είσοδο μοναχές τους. Ωστόσο, η ικανοποίηση που αισθανόταν η Ηλαίην δεν κράτησε πολύ.

Το καθιστικό ήταν τεράστιο, μια και σκοπός του ήταν να δέχεται με άνεση δεκάδες ανθρώπους, ένας χώρος με σκούρα επένδυση, στρωμένα χαλιά, που κάλυπταν τις πλάκες του πατώματος, και μια πεταλωτή καμάρα από καθίσματα με ψηλή πλάτη μπροστά σε ένα πανύψηλο τζάκι λευκού μαρμάρου με ψιλά κόκκινα νερά. Εδώ, οι σπουδαιότεροι απεσταλμένοι γίνονταν δεκτοί με μεγαλύτερες τιμές απ’ ό,τι στην αίθουσα του θρόνου, αφού ο χώρος ήταν πολύ πιο φιλικός. Οι φλόγες που χόρευαν πάνω στα κούτσουρα του τζακιού δεν είχαν προλάβει να απομακρύνουν την ψύχρα από την ατμόσφαιρα, αλλά δεν ήταν αυτός ο λόγος για τον οποίο η Ηλαίην ένιωσε λες κι είχε δεχτεί γροθιά στο στομάχι. Τώρα καταλάβαινε τη σύγχυση της Μπιργκίτε.

Η Ντυέλιν στεκόταν μπροστά στο τζάκι ζεσταίνοντας τα χέρια της, και στράφηκε μόλις εισήλθαν οι γυναίκες. Ήταν μια γυναίκα με δυναμικό πρόσωπο, ψιλές ρυτίδες στις άκρες των ματιών της και μια υποψία γκρίζου στα κατάξανθα μαλλιά της. Δεν περίμενε να αλλάξει με το που έφτασε στο παλάτι, κι εξακολουθούσε να φοράει ένα φόρεμα ιππασίας σε βαθύγκριζο χρώμα, στο στρίφωμα του οποίου υπήρχαν μερικές βρώμικες κηλίδες από το ταξίδι. Η υπόκλιση που έκανε ήταν όλη κι όλη ένα ελαφρύ γέρσιμο του λαιμού κι ένα μικρό λύγισμα των γονάτων, αλλά δεν είχε σκοπό να φανεί αγενής. Η Ντυέλιν, όπως κι η Ζάιντα, είχε πλήρη επίγνωση του ποια ήταν —το μοναδικό κόσμημά της ήταν μια μικρή χρυσή καρφίτσα στο σχήμα της Κουκουβάγιας και της Βελανιδιάς των Τάραβιν στον ώμο της, σαφής δήλωση ότι η Υψηλή Έδρα των Τάραβιν δεν χρειαζόταν τίποτε άλλο— ωστόσο είχε κοντέψει να πεθάνει για να αποδείξει την αφοσίωσή της στην Ηλαίην. «Αρχόντισσα Ηλαίην», είπε τυπικά, «με μεγάλη μου τιμή, σου παρουσιάζω τον Άρχοντα Πέριβαλ, Υψηλή Έδρα του Οίκου Μάντιαρ».