Ένας όμορφος, χρυσόμαλλος νεαρός με απλό γαλάζιο πανωφόρι σταμάτησε απότομα να κοιτάζει μέσα από το καλειδοσκόπιο με τους τέσσερις κυλίνδρους, το οποίο στηριζόταν σ’ έναν επίχρυσο ορθοστάτη, ψηλότερο από τον ίδιο. Στο χέρι του κρατούσε μια ασημένια κούπα κι η Ηλαίην ευχήθηκε να μην περιείχε σκέτο κρασί, ας ήταν τουλάχιστον νερωμένο. Ένα από τα βοηθητικά τραπέζια ήταν γεμάτο με κάμποσους δίσκους, βαρυφορτωμένους με κανάτες και φλιτζάνια. Υπήρχε, επίσης, μια διακοσμημένη τσαγιέρα, που ήξερε ότι κάλλιστα μπορούσε να είναι γεμάτη νερό. «Ευχαρίστησή μου, Αρχόντισσα Ηλαίην», είπε ο άντρας με συριστική φωνή, αναψοκοκκινίζοντας και κάνοντας μια αρκετά αξιοπρεπή υπόκλιση, παρά τη σχετική αδεξιότητα να χειριστεί το ξίφος που ήταν περασμένο στη ζώνη του. Το όπλο τού έπεφτε κάπως μακρύ. «Ο Οίκος Μάντιαρ στηρίζει τον Οίκο Τράκαντ». Η Ηλαίην ανταπέδωσε την υπόκλιση κάπως ζαλισμένη, απλώνοντας μηχανικά τη φούστα της.
«Η Αρχόντισσα Κάταλυν, Υψηλή Έδρα του Οίκου Χέβιν», συνέχισε η Ντυέλιν.
«Ηλαίην», μουρμούρισε πλάι της μια μαυρομάτα νεαρή, αγγίζοντας τη βαθυπράσινη σχιστή φούστα και γέρνοντας ελάχιστα το κεφάλι, κάτι που θα μπορούσε να εκληφθεί ως ελαφρά υπόκλιση, αν και το μόνο που ήθελε να κάνει ήταν ίσως να μιμηθεί την Ντυέλιν. Ίσως, πάλι, ήθελε να αποφύγει να ακουμπήσει το πηγούνι της στη μεγάλη σμαλτωμένη πόρπη με την Κυανή Άρκτο των Χέβιν στο ψηλόλαιμο φόρεμά της. Τα μαλλιά της ήταν πιασμένα με ένα ασημένιο δίχτυ, που απεικόνιζε επίσης την Κυανή Άρκτο, και φορούσε ένα μεγάλο δαχτυλίδι με την αντίστοιχη σφραγίδα. Πολλή έπαρση έδειχνε αυτός ο Οίκος. Παρά την αγέρωχη ψυχρότητά της, επιεικώς θα τη χαρακτήριζε κανείς γυναίκα, αφού τα μάγουλά της δεν είχαν αποβάλει ακόμη το εφηβικό πάχος τους. «Ο Οίκος Χέβιν στηρίζει τον Οίκο Τράκαντ, προφανώς, ειδάλλως δεν θα ήμουν εδώ».
Το στόμα της Ντυέλιν σφίχτηκε ελαφρά κι έριξε στην κοπέλα ένα σκληρό βλέμμα, αν κι η Κάταλυν δεν φάνηκε να προσέχει τίποτα. «Ο Άρχοντας Μπράνλετ, Υψηλή Έδρα του Οίκου Γκίλγιαρντ».
Άλλος ένας νεαρός, αυτός με μαύρες ατίθασες μπούκλες, ντυμένος με ένα πράσινο πανωφόρι, κεντητό με χρυσάφι στα μανίκια, άφησε βιαστικά την κούπα του στο τραπέζι, λες και δεν ήθελε να τον δουν να την κρατάει. Τα γαλάζια του μάτια ήταν δυσανάλογα μεγάλα για το πρόσωπό του και παραλίγο να σκοντάψει πάνω στο σπαθί του καθώς έκανε να υποκλιθεί. «Με μεγάλη μου χαρά, ανακοινώνω ότι ο Οίκος Γκίλγιαρντ στηρίζει τον Οίκο Τράκαντ, Αρχόντισσα Ηλαίην». Πριν αποτελειώσει την πρότασή του, η φωνή του άρχισε να τρεμουλιάζει κι έγινε μπάσα, ενώ, είχε κοκκινίσει πιότερο κι από τον Πέριβαλ.
«Και ο Άρχοντας Κοναίλ, Υψηλή Έδρα του Οίκου Νόρθαν».
Ο Κοναίλ Νόρθαν μειδίασε πάνω από την ακμή της ασημένιας κούπας του. Ψηλός και λιπόσαρκος, μέσα σ’ ένα γκρίζο πανωφόρι με μανίκια υπερβολικά κοντά για να καλύψουν τους κοκαλιάρικους καρπούς του, είχε ένα χαμόγελο γεμάτο υποσχέσεις, εύθυμα καφετιά μάτια και μύτη γαμψή σαν ράμφος αετού. «Τραβήξαμε ξυλάκια για το ποιος θα συστηθεί πρώτος, κι εγώ τράβηξα το πιο κοντό. Ο Οίκος Νόρθαν στηρίζει τον Οίκο Τράκαντ. Δεν είναι δυνατόν να αφήσουμε μια ανόητη σαν την Αρυμίλα να ανέβει στον θρόνο». Χειρίστηκε απαλά το σπαθί του —αυτός, αν μη τι άλλο, φαινόταν να έχει ενηλικιωθεί— αλλά όσο κι αν είχε ξεπεράσει τα δεκάξι, η Ηλαίην δεν εντυπωσιαζόταν ούτε από τις χαμηλές του μπότες, ούτε από τους πτερνιστήρες με τους ασημένιους γρόμπους.
Το νεαρό της ηλικίας τους δεν αποτελούσε έκπληξη, φυσικά, αλλά η Ηλαίην θα περίμενε από τον Κοναίλ να έχει κάποιον ηλικιωμένο άντρα στο πλευρό του ως σύμβουλο, και από τους υπόλοιπους να έχουν τουλάχιστον έναν φρουρό πάνω από τους ώμους τους. Δεν υπήρχε κανένας άλλος στο δωμάτιο εκτός από την Μπιργκίτε, η οποία στεκόταν μπροστά στα ψηλά αψιδωτά παράθυρα με τα μπράτσα διπλωμένα κάτω από τα στήθη της. Το λαμπερό ηλιόφως του μεσημεριού χυνόταν μέσα από το πεντακάθαρο τζάμι των δίφυλλων παραθύρων, κάνοντας τη μορφή της να φαντάζει κάπως δυσάρεστη.
«Ο Οίκος Τράκαντ κι εγώ προσωπικά σάς καλωσορίζουμε όλους», είπε η Ηλαίην, πνίγοντας τον φόβο της. «Τόσο εγώ, όσο κι ο Οίκος Τράκαντ, δεν θα ξεχάσουμε ποτέ την υποστήριξή σας». Ένα μικρό μέρος της σαστιμάρας που ένιωθε μπορεί να της ξέφυγε, γιατί το στόμα της Κάταλυν σφίχτηκε και τα μάτια της λαμπύρισαν.
«Δεν έχω πια ανάγκη από προστασία, όπως ήδη θα γνωρίζεις, Ηλαίην», είπε με κάπως ακατάδεχτη φωνή. «Ο θείος μου, ο Άρχοντας Άρεντορ, είπε στη Γιορτή των Φώτων ότι είμαι πανέτοιμη κι ότι δεν χρειάζεται να περιμένω άλλο ένα έτος για να κάνω ό,τι μου αρέσει. Η αλήθεια είναι πως μάλλον ήθελε να αφιερώσει περισσότερο χρόνο στο κυνήγι, όσο ακόμα μπορεί. Ανέκαθεν αγαπούσε το κυνήγι κι είναι αρκετά ηλικιωμένος πια». Για άλλη μια φορά, δεν παρατήρησε το συνοφρύωμα στο πρόσωπο της Ντυέλιν. Ο Άρεντορ Χέβιν κι η Ντυέλιν ήταν, κατά προσέγγιση μόνο, μιας κάποιας ηλικίας.