Выбрать главу

«Ούτε εγώ διαθέτω κηδεμόνα», είπε κάπως αβέβαια ο Μπράνλετ, με φωνή σχεδόν εξίσου διαπεραστική με της Κάταλυν.

Η Ντυέλιν τού χάρισε ένα χαμόγελο συμπάθειας και παραμέρισε με μια απαλή κίνηση τα μαλλιά από το μέτωπό του, αν κι αυτά ξανάπεσαν πίσω. «Η Μέιβ ίππευε μόνη, όπως της άρεσε πάντα, και το άλογό της παραπάτησε στην τρύπα ενός τυφλοπόντικα», εξήγησε η γυναίκα σιγανά. «Μέχρι να τη βρουν, ήταν πια πολύ αργά. Έγινε κάποιου είδους... συζήτηση... σχετικά με το ποιος θα έπαιρνε τη θέση της».

«Εδώ και τρεις μήνες δεν μπορούν να συμφωνήσουν», μουρμούρισε ο Μπράνλετ. Για μια στιγμή, φάνηκε νεότερος του Πέριβαλ, σαν ένα αγόρι που πασχίζει να βρει τον δρόμο του, αλλά δεν υπήρχε κανείς να του δείξει το μονοπάτι. «Υποτίθεται πως δεν θα το πω πουθενά, αλλά σ’ εσάς μπορώ να το πω. Θα γίνετε Βασίλισσα».

Η Ντυέλιν ακούμπησε το χέρι της στον ώμο του Πέριβαλ κι εκείνος κορδώθηκε, παρ’ όλο που εξακολουθούσε να είναι κοντύτερος της. «Ο Άρχοντας Γουίλιν θα βρισκόταν εδώ, μαζί με τον Άρχοντα Πέριβαλ, αλλά τα χρόνια τον έριξαν στο κρεβάτι. Κανείς δεν γλιτώνει από τα γεράματα, τελικά». Έριξε άλλη μια ματιά προς το μέρος της Κάταλυν, αλλά το κορίτσι περιεργαζόταν την Μπιργκίτε με τα χείλη σουφρωμένα. «Ο Γουίλιν σού στέλνει τις καλύτερες ευχές του, όπως επίσης και κάποιον που θεωρεί γιο του».

«Ο θείος Γουίλιν μού είπε να στηρίξω την τιμή του Οίκου Μάντιαρ και του Άντορ», είπε ο Πέριβαλ έντονα και με σοβαρό τόνο, όσο τουλάχιστον σοβαρό μπορεί να είναι ένα παιδί. «Θα προσπαθήσω, Ηλαίην. Θα προσπαθήσω σκληρά».

«Είμαι σίγουρη ότι θα πετύχεις», απάντησε η Ηλαίην, καταφέρνοντας να μπολιάσει με λίγη ζέση τη φωνή της. Πολύ θα ήθελε να τους έδιωχνε όλους και να έκανε μερικές ιδιαίτερες ερωτήσεις στην Ντυέλιν, αλλά κάτι τέτοιο δεν μπορούσε να γίνει τώρα. Ανεξαρτήτως ηλικίας, άπαντες ήταν Υψηλές Έδρες πανίσχυρων Οίκων, επομένως η ίδια όφειλε να τους προσφέρει ανάπαυση και να κάνει μια στοιχειώδη συζήτηση μαζί τους προτού πήγαιναν ν’ αλλάξουν και να ξεκουραστούν από το ταξίδι.

«Είναι όντως η Στρατηγός της Βασιλικής Φρουράς;» ρώτησε η Κάταλυν, καθώς η Μπιργκίτε έδινε στην Ηλαίην ένα φλιτζάνι από λεπτή γαλάζια πορσελάνη, γεμισμένο με ελαφρώς σκούρο ζεστό νερό. Η κοπέλα μιλούσε λες κι η Μπιργκίτε δεν βρισκόταν στο δωμάτιο. Η Μπιργκίτε ανασήκωσε το ένα της φρύδι πριν φύγει, αλλά η Κάταλυν έμοιαζε εξασκημένη στο να μη βλέπει όσα δεν επιθυμούσε να δει. Το κρασοπότηρο που κρατούσε με το πλαδαρό της χέρι ανέδιδε τη διαπεραστική και γλυκερή μυρωδιά αρωματικών, ενώ στο ποτό της Ηλαίην, που μόνο κατ’ ευφημισμόν ήταν τσάι, δεν υπήρχε σταγόνα μελιού.

«Ναι, και η Πρόμαχός μου», της είπε. Ευγενικά. Σαν να είχε ήδη έτοιμη την απάντηση! Το κορίτσι το εξέλαβε ως φιλοφρόνηση. Της άξιζε ένα μαστίγωμα για την αγένειά της, αλλά δεν μαστιγώνεις μια Υψηλή Έδρα. Ειδικά όταν έχεις ανάγκη την υποστήριξή της.

Το βλέμμα της Κάταλυν πετάχτηκε στα χέρια της Ηλαίην, αλλά το δαχτυλίδι με το Μέγα Ερπετό δεν επηρέασε καθόλου την παγερή έκφραση που είχε χαραχτεί στο πρόσωπό της. «Εκείνες σ’ το έδωσαν; Δεν είχα πληροφορηθεί ότι προάχθηκες σε Άες Σεντάι. Νόμιζα πως ο Λευκός Πύργος σε είχε στείλει σπίτι σου όταν πέθανε η μητέρα σου, ή λόγω των προβλημάτων στον Πύργο, για τα οποία τόσα ακούμε. Σκέψου μια Άες Σεντάι να καυγαδίζει σαν αγρότισσα στην αγορά. Αυτή, όμως, πώς μπορεί να είναι Στρατηγός ή Πρόμαχος, δίχως ξίφος; Όπως κι αν έχει, η θεία μου η Έβελ λέει πως μια γυναίκα πρέπει να αφήνει τα σπαθιά στους άντρες. Δεν πεταλώνεις εσύ το άλογό σου όταν έχεις πεταλωτή, ούτε αλέθεις τη σοδειά σου όταν έχεις μυλωνά». Απόφθεγμα της Αρχόντισσας Έβελ, χωρίς καμιά αμφιβολία.

Η Ηλαίην παρέμεινε ανέκφραστη, αγνοώντας κάποιες ελαφριές, υπόγειες προσβολές, θαμμένες κάτω από τα λόγια της κοπέλας. «Ο στρατός είναι το ξίφος του Στρατηγού, Κάταλυν. Ο Γκάρεθ Μπράυν λέει ότι ένας στρατηγός που χρησιμοποιεί άλλη λεπίδα δεν ξέρει να κάνει τη δουλειά του». Ούτε η αναφορά του συγκεκριμένου ονόματος φάνηκε να εντυπωσιάζει τη νεαρή. Ακόμα και τα παιδιά των μεταλλωρύχων, στα Βουνά της Ομίχλης, γνώριζαν ποιος είναι ο Γκάρεθ Μπράυν!

Η Αβιέντα φάνηκε χαμογελαστή στο πλευρό της Ηλαίην, σαν να ήταν χαρούμενη με την ευκαιρία που της παρουσιάστηκε να μιλήσει με το κορίτσι. «Τα σπαθιά δεν έχουν καμία απολύτως χρησιμότητα», είπε γλυκά. Ποιος, η Αβιέντα! Η Ηλαίην δεν είχε συνειδητοποιήσει ποτέ ότι η αδελφή της μπορούσε να υποκριθεί με τόση επιδεξιότητα. Κρατούσε κι αυτή στα χέρια της μια κούπα αρωματικό κρασί. Δύσκολα θα περίμενε κανείς να συνεχίζει να πίνει πικρό τσάι ως ένδειξη στοργής απέναντι στην αδελφή της. «Θα έπρεπε να μάθεις να χειρίζεσαι το δόρυ. Και το μαχαίρι. Και το τόξο. Η Μπιργκίτε Τραχέλιον είναι ικανή να πετύχει με το τόξο της τα μάτια σου από απόσταση διακοσίων βημάτων, ίσως και τριακοσίων».