Выбрать главу

«Τον χειμώνα είναι δύσκολο να εξορμήσει κανείς γρήγορα», είπε σιγανά ο Πέριβαλ. Περίεργο, μια και κανείς δεν του είχε μιλήσει. «Θαρρώ πως, ό,τι κι αν κάνουμε, θα πρέπει να αρκεστούμε στις υπάρχουσες δυνάμεις μας».

Ο Κοναίλ γέλασε, χτύπησε χαϊδευτικά τους ώμους του νεαρού και του είπε να έχει πάντα υψηλό φρόνημα, γιατί κάθε άντρας που το έλεγε η ψυχή του, κατευθυνόταν προς το Κάεμλυν για να υποστηρίξει την Αρχόντισσα Ηλαίην, η οποία κοιτούσε επισταμένα τον Πέριβαλ. Τα γαλανά του μάτια συνάντησαν τα δικά της για μια στιγμή, χωρίς να βλεφαρίσουν, αλλά αμέσως μετά το αγόρι χαμήλωσε συνεσταλμένα το βλέμμα του. Μπορεί να ήταν μικρός σε ηλικία, αλλά ήξερε σε τι είχε μπλέξει καλύτερα από τον Κοναίλ ή την Κάταλυν, η οποία ανέφερε για πολλοστή φορά πόσους οπλίτες είχε φέρει μαζί της και πόσους ακόμη μπορούσε να συγκεντρώσει ο Οίκος Χέβιν, λες κι όλοι οι παριστάμενοι, εκτός της Αβιέντα, δεν γνώριζαν πόσοι ακριβώς προσέτρεξαν στο κάλεσμα του κάθε Οίκου, είτε επρόκειτο για εκπαιδευμένους στρατιώτες και χωρικούς που σε κάποιον πόλεμο είχαν χρησιμοποιήσει την αλαβάρδα και το δόρυ, είτε για απλούς κατοίκους που είχαν στρατολογηθεί λόγω ανάγκης. Ναι, ήξεραν σχεδόν ακριβώς πόσοι ήταν. Ο Άρχοντας Γουίλιν είχε κάνει καλή δουλειά με τον νεαρό Πέριβαλ. Τώρα, καθήκον της Ηλαίην ήταν να μην πάνε χαμένα όσα είχαν γίνει.

Τελικά, ήρθε η ώρα να ανταλλάξουν τους αποχαιρετιστήριους ασπασμούς. Ο Μπράνλετ αναψοκοκκίνισε μέχρι τις ρίζες των μαλλιών του κι ο Πέριβαλ βλεφάρισε ντροπαλά όταν η Ηλαίην έσκυψε προς το μέρος του. Ο δε Κοναίλ ορκίστηκε να μην πλύνει ποτέ το φιλημένο μάγουλό του. Η Κάταλυν ανταπέδωσε στο μάγουλο της Ηλαίην ένα παράδοξα βιαστικό και διστακτικό φιλί, λες και συνειδητοποίησε ξαφνικά ότι είχε συγκατατεθεί να δεχτεί την Ηλαίην ως ανώτερή της, αλλά ένα λεπτό αργότερα ένευσε, με εκείνη την ψυχρή έπαρση να την καλύπτει ξανά σαν κάπα. Μόλις οι τέσσερις Υψηλές Έδρες παραπέμφθηκαν στις υπηρέτριες για να οδηγηθούν στα διαμερίσματά τους, που η Ηλαίην ήλπιζε πως η Αρχιυπηρέτρια είχε αρκετό χρόνο να προετοιμάσει, η Ντυέλιν γέμισε ξανά το κρασοπότηρό της και κάθισε με την άνεσή της σ’ ένα από τα ψηλά σκαλιστά καθίσματα, αφήνοντας έναν αποκαμωμένο αναστεναγμό.

«Θα έλεγα πως δεν είχε υπάρξει μέχρι τώρα βδομάδα στη ζωή μου που να έκανα τόσο καλή δουλειά. Ποτέ δεν διανοήθηκα ότι η Ντανάιν θα ήταν ικανή να αποφασίσει οριστικά, και χρειάστηκε μόνο μία ώρα για ν’ αποδειχθεί ότι είχα δίκιο, αν και χρειάστηκε να μείνω τρεις ώστε να μην την προσβάλω. Αυτή η γυναίκα είναι ικανή να κάτσει στο κρεβάτι μέχρι το μεσημέρι, επειδή δεν μπορεί να αποφασίσει από ποια μεριά του στρώματος να κατέβει! Οι υπόλοιποι φάνηκαν λογικοί, οπότε δεν χρειάστηκε ιδιαίτερη πειθώ. Κανένας λογικός άνθρωπος δεν θα διακινδύνευε να δει την Αρυμίλα στον θρόνο».

Η γυναίκα συνοφρυώθηκε για λίγο πάνω από το κρασί της κι έπειτα έριξε μια σταθερή ματιά προς τη μεριά της Ηλαίην. Ποτέ δεν δίσταζε να πει τη γνώμη της, άσχετα από το αν πίστευε πως η Ηλαίην θα συμφωνούσε ή όχι, κάτι που ήταν προφανές ότι σκόπευε να κάνει και τώρα. «Ίσως ήταν λάθος να προβάλουμε τις γυναίκες του Σογιού σαν Άες Σεντάι, όσο κι αν κάνουμε τα στραβά μάτια. Ζητάμε πάρα πολλά εκ μέρους τους, κάτι που μας βάζει όλες σε κίνδυνο. Σήμερα το πρωί, για άγνωστο λόγο, η Κυρά Κόρλυ είχε μείνει έκθαμβη, κοιτώντας τριγύρω σαν χαμένη, λες κι ήταν χωριατοπούλα που έρχεται πρώτη φορά στην πόλη. Νομίζω πως, λίγο ακόμη, και δεν θα είχε υφάνει την πύλη για να μας φέρει εδώ. Αυτό θα ήταν εξαίσιο, έτσι όπως είχαμε μπει όλοι στη σειρά, για να περάσουμε μέσα από μια θαυμαστή τρύπα στον αέρα, η οποία δεν θ’ άνοιγε ποτέ. Άσε που θα ’πρεπε να κάνω παρέα με την Κάταλυν, σαν να ήμασταν φίλες, ποιος ξέρει για πόσον καιρό. Απαίσιο παιδί! Κοφτερό μυαλό, αν βρεθεί κάποιος να την καθοδηγήσει χεράκι-χεράκι για μερικά χρόνια, αλλά έχει κληρονομήσει εις διπλούν από τους Χέβιν αυτή τη φαρμακερή γλώσσα».

Η Ηλαίην έτριξε τα δόντια της. Ήξερε καλά πόσο σαρκαστικοί και δηκτικοί μπορούσαν να γίνουν οι Χέβιν. Κι απ’ ό,τι φαίνεται, όλη η οικογένεια υπερηφανευόταν γι’ αυτό! Η Κάταλυν, πάντως, σίγουρα. Επιπλέον, η Ηλαίην παραήταν κουρασμένη ώστε να εξηγήσει τι ενδεχομένως ήταν εκείνο που φόβιζε εκείνες τις μέρες μια γυναίκα ικανή να διαβιβάσει. Κουραζόταν ακόμα και με την υπενθύμιση αυτού που πάσχιζε να ξεχάσει. Αυτός ο καταραμένος πυρσός εξακολουθούσε να λάμπει στη δύση, κάτι εντελώς παράλογο, τόσο για το μέγεθός του, όσο και για τη διάρκειά του. Το πράγμα αυτό παρέμενε αναλλοίωτο εδώ και ώρες! Όποιος κι αν ήταν αυτός που διαβίβαζε για τόσο μεγάλο χρονικό διάστημα χωρίς ανάπαυση, θα έπρεπε να έχει εξαντληθεί εδώ και πολλή ώρα. Κι ο καταραμένος ο Ραντ αλ’Θόρ βρισκόταν εκεί, στη καρδιά όλου αυτού του πράγματος. Ήταν σίγουρη! Ήταν ζωντανός, και το μόνο που επιθυμούσε η Ηλαίην ήταν να τον χαστουκίσει, επειδή εκείνος ήταν ρ υπαίτιος για όλα αυτά που περνούσε η ίδια. Τέλος πάντων, δεν βρισκόταν εκεί οπτικά, αλλά...