Η Μπιργκίτε ακούμπησε την ασημένια κούπα της πάνω στο βοηθητικό τραπεζάκι με τόση δύναμη, που το κρασί πιτσίλισε τον τόπο. Κάποια πλύστρα θα ίδρωνε να αφαιρέσει την κηλίδα από το μανίκι του πανωφοριού της, ενώ η υπηρέτρια που θα αναλάμβανε να αποκαταστήσει το λούστρο στην επιφάνεια του τραπεζιού θα βασανιζόταν για ώρες. «Παιδιά!» γάβγισε. «Εξαιτίας των αποφάσεών τους, θα πεθάνει κόσμος! Κι είναι κι ατίθασα, με τον Κοναίλ πρώτο και χειρότερο! Τον άκουσες, Ντυέλιν. Θέλει να προκαλέσει το πρωτοπαλίκαρο της Αρυμίλα, λες κι είναι ο Άρτουρ ο Γερακόφτερος. Ο Γερακόφτερος ποτέ δεν έδωσε μάχη με το πρωτοπαλίκαρο κανενός, ενώ ακόμα κι όταν ήταν μικρότερος από τον Άρχοντα Νόρθαν, ήξερε πολύ καλά πόσο μεγάλη ανοησία είναι να εξαρτάσαι από μια μονομαχία γεμάτη πάθος, αλλά ο Κοναίλ νομίζει πως το φλογερό του σπαθί θ’ ανοίξει τον δρόμο στην Ηλαίην για την κατάκτηση του θρόνου!»
«Η Μπιργκίτε Τραχέλιον έχει δίκιο», είπε έντονα η Αβιέντα. Τα χέρια της σχημάτιζαν γροθιές, αδράχνοντας τη φούστα της. «Ο Κοναίλ Νόρθαν είναι υπερβολικά ανόητος! Πώς μπορεί ν’ ακολουθήσει κανείς αυτά τα παιδιά στον χορό των δοράτων; Πώς είναι δυνατόν να τους ζητήσει κάποιος να ηγηθούν μιας τέτοιας προσπάθειας;»
Η Ντυέλιν περιεργάστηκε και τις δύο γυναίκες, αποφασίζοντας να απαντήσει πρώτα στην Αβιέντα. Ήταν εμφανώς σαστισμένη από το ντύσιμο της Αελίτισσας, όπως κι από το γεγονός ότι η Αβιέντα κι η Ηλαίην είχαν γίνει αδελφές μέσω υιοθεσίας, με την Ηλαίην να έχει εξ αρχής πιάσει φιλίες με την Αελίτισσα. Η επιλογή της Ηλαίην να περιλαμβάνει τη φίλη της στα συμβούλια, ήταν κάτι που μπορούσε να υπομείνει, αν και δεν έδειχνε έμπρακτα την υπομονή της. «Έγινα Υψηλή Έδρα των Τάραβιν στα δεκαπέντε, όταν ο πατέρας μου σκοτώθηκε σε μια αψιμαχία, στα Αλταρανό Σύνορα. Τα δύο νεότερα αδέλφια μου πέθαναν πολεμώντας ζωοκλέφτες έξω από το Μουράντυ τον ίδιο χρόνο. Άκουσα τους συμβούλους, αλλά είπα στους Τάραβιν ότι σύντομα θα τους χτυπούσαν έφιπποι. Διδάξαμε στους Αλταρανούς και στους Μουραντιανούς να ψάχνουν παντού για τα κλοπιμαία τους. Μόνο ο χρόνος αποφασίζει, Αβιέντα, πότε θα μεγαλώσει ένα παιδί, όχι εμείς, και στους καιρούς που ζούμε, ένα παιδί που κατέχει την Υψηλή Έδρα δεν μπορεί να συμπεριφέρεται ακόμη ως παιδί».
«Όσο για εσένα, Αρχόντισσα Μπιργκίτε», συνέχισε με φωνή ακόμα πιο ξερή, «η γλώσσα σου, όπως πάντα... τσακίζει». Δεν ρώτησε πώς ήταν δυνατόν να ισχυρίζεται η Μπιργκίτε ότι ήξερε τόσο πολλά για τον Άρτουρ τον Γερακόφτερο, πράγματα που ούτε ένας ιστορικός δεν γνώριζε καλά-καλά, αλλά την περιεργάστηκε με εκτίμηση. «Ο Μπράνλετ κι ο Πέριβαλ θα λάβουν οδηγίες από εμένα, όπως κι η Κάταλυν, αν και μετανιώνω για τον χρόνο που θα χρειαστεί να ξοδέψω σ’ αυτό το κορίτσι. Όσο για τον Κοναίλ, δεν είναι ούτε ο πρώτος ούτε ο τελευταίος νεαρός που θεωρεί εαυτόν άτρωτο κι αθάνατο. Αν δεν μπορείς να τον χαλιναγωγήσεις με την ιδιότητα του Στρατηγού, προτείνω να προσπαθήσεις να πας με τα νερά του. Από τον τρόπο που κοιτάζει το παντελόνι σου, έχω την εντύπωση πως θα σε ακολουθούσε παντού».
Η Ηλαίην... αποτίναξε... την ατόφια οργή που ανάβλυζε εντός της. Αυτή η οργή δεν ήταν δική της —δεν θα ένιωθε τίποτα περισσότερο από έναν φευγαλέο θυμό απέναντι στην Ντυέλιν ή απέναντι στην Μπιργκίτε, επειδή είχε χύσει το κρασί— αλλά της Μπιργκίτε. Δεν ήθελε να χαστουκίσει τον Ραντ. Δηλαδή, ήθελε, αλλά αυτό ήταν άσχετο με το παρόν θέμα. Μα το Φως, κι ο Κοναίλ γλυκοκοίταζε την Μπιργκίτε; «Είναι οι Υψηλές Έδρες των Οίκων τους, Αβιέντα. Κανείς από τους Οίκους τους δεν θα μου πει "ευχαριστώ" αν τους μεταχειριστώ ως κατώτερους. Το αντίθετο, μάλιστα. Οι άντρες που τους ακολουθούν θα δώσουν μάχη για να προστατέψουν τον Πέριβαλ, τον Μπράνλετ, τον Κοναίλ και την Κάταλυν, όχι εμένα. Αυτοί είναι οι Υψηλές Έδρες». Η Αβιέντα συνοφρυώθηκε και σταύρωσε τα χέρια σαν να έσφιγγε μια αόρατη εσάρπα πάνω της, αλλά τελικά κατένευσε, κάπως απότομα και μάλλον απρόθυμα — καμία Αελίτισσα, άλλωστε, δεν διακρινόταν χωρίς να έχει πίσω της χρόνια εμπειρίας αλλά και τη συγκατάθεση των Σοφών.