Выбрать главу

«Μάλλον έχεις δίκιο». Τρομερή σκέψη. «Τι άλλο έχεις να μας αναφέρεις για σήμερα;»

«Είχα μια συζήτηση με τον Τζον Σκέλιτ, Αρχόντισσα μου. Ο άντρας που αλλάζει στρατόπεδο μία φορά είναι επιρρεπής ν’ αλλάξει και πάλι, κι ο Σκέλιτ ανήκει σε αυτή την κατηγορία». Επρόκειτο για έναν κουρέα που δούλευε για τον Οίκο Άρων, κάτι που προς το παρόν τον κατέτασσε στους ανθρώπους της Αρυμίλα.

Η Μπιργκίτε πήγε να βλαστημήσει, αλλά συγκρατήθηκε —για κάποιο λόγο πάσχιζε να μη φέρεται απρεπώς παρουσία της Ρενέ Χάρφορ— και τελικά μίλησε με κάπως πονεμένη φωνή. «Συζήτησες μαζί του; Χωρίς να ρωτήσεις κανέναν;»

Η Ντυέλιν, αντίθετα, χωρίς κανέναν ενδοιασμό απέναντι στην Αρχιυπηρέτρια, μουρμούρισε: «Μα το μανόγαλο στην κούπα!» Η Ηλαίην δεν την είχε ακούσει ποτέ να βωμολοχεί. Ο Αφέντης Νόρυ ανοιγόκλεισε τα μάτια του κι ο φάκελος κόντεψε να του πέσει από τα χέρια. Έκανε το παν για να μην κοιτάζει την Ντυέλιν. Η Αρχιυπηρέτρια, ωστόσο, έκανε μια παύση, μέχρι να βεβαιωθεί ότι η Μπιργκίτε τελείωσε την πρότασή της, κι έπειτα συνέχισε ψύχραιμη.

«Η στιγμή έδειχνε κατάλληλη για να μιλήσω στον Σκέλιτ. Ένας από τους άντρες στους οποίους δίνει αναφορά έφυγε από την πόλη και δεν έχει επιστρέψει ακόμα, ενώ ο άλλος φαίνεται πως έσπασε το πόδι του. Οι δρόμοι πάντα είναι γλιστεροί όταν πριν έχει σβηστεί κάποια φωτιά». Μιλούσε τόσο πράα, ώστε φάνταζε πιθανότατο να είχε μηχανευτεί την πτώση του άντρα. Σε δύσκολους καιρούς, οι άνθρωποι ανακαλύπτουν περίεργα ταλέντα τους, που δεν θα περίμενες ποτέ. «Ο Σκέλιτ συμφωνεί να παραδώσει ο ίδιος στα στρατόπεδα την επόμενη αναφορά του. Είδε να φτιάχνεται μια πύλη, οπότε δεν χρειάζεται να προσποιηθεί ότι φοβάται». Θα νόμιζε κανείς πως η γυναίκα όλη της τη ζωή έβλεπε άμαξες να βγαίνουν με βρόντο από τρύπες στον αέρα.

«Και τι εμποδίζει αυτόν τον μπαρμπέρη να το βάλει στα πόδια μόλις βρεθεί έξω απ’ την πόλη;» ρώτησε απαιτητικά η Μπιργκίτε, αρχίζοντας να κόβει βόλτες μπροστά στο τζάκι με τα χέρια σφιγμένα πίσω από την πλάτη της. Η βαριά χρυσαφιά πλεξούδα της έμοιαζε φτιαγμένη από γουρουνότριχες. «Αν εξαφανιστεί, οι Άρων θα προσλάβουν κάποιον άλλον κι εσύ θα πρέπει να ξαναρχίσεις το κυνήγι. Μα το Φως, μάλλον η Αρυμίλα είχε ακούσει για τις πύλες με το που έφθασε, κι ο Σκέλιτ θα το έχει υπ’ όψιν του». Δεν ήταν μονάχα η σκέψη της πιθανής απόδρασης του Σκέλιτ που την εκνεύριζε. Οι μισθοφόροι πίστευαν ότι προσλαμβάνονταν για να σταματούν στρατιώτες, αλλά για μερικά ασημένια νομίσματα θα επέτρεπαν σε κάνα-δυο από δαύτους να μπουν και να βγουν από την πύλη μόλις έπεφτε το σκοτάδι. Βέβαια, ένας-δύο στρατιώτες δεν ήταν τίποτα σπουδαίο, όπως είχαν τα πράγματα, και στην Μπιργκίτε δεν άρεσε καθόλου αυτή η υπενθύμιση.

«Η πλεονεξία τον εμποδίζει, Αρχόντισσά μου», αποκρίθηκε ήρεμα η Κυρά Χάρφορ. «Η σκέψη ότι θα κερδίσει κάμποσο χρυσάφι και από την Αρχόντισσα Ηλαίην και από την Αρχόντισσα Νάεαν, αρκεί για να τον διεγείρει. Ναι, είναι αλήθεια πως η Αρχόντισσα Αρυμίλα θα πρέπει να έχει ακουστά για τις πύλες, αλλά αυτό απλώς επιβεβαιώνει ότι ο Σκέλιτ έχει πολλούς λόγους να πάει αυτοπροσώπως».

«Κι αν η πλεονεξία του είναι τόσο μεγάλη, ώστε να προσπαθήσει να κερδίσει κι άλλο χρυσάφι αλλαξοπιστώντας για τρίτη φορά;» ρώτησε η Ντυέλιν. «Θα μπορούσε να προκαλέσει μεγάλη... αναστάτωση, Κυρά Χάρφορ».

Ο τόνος της Ρενέ έγινε πιο απότομος. Ποτέ δεν προσπαθούσε να αποφύγει τα εμπόδια, αλλά δεν της άρεσε διόλου να τη θεωρούν απρόσεκτη. «Η Αρχόντισσα Νάεαν θα τον έθαβε κάτω από την κοντινότερη χιονοστιβάδα, Αρχόντισσά μου, κάτι για το οποίο φρόντισα να ενημερωθεί. Ποτέ του δεν ήταν υπομονετικός, όπως είμαι σίγουρη ότι γνωρίζετε ήδη. Όπως και να έχει, δεν λαμβάνουμε και πολλά νέα από το στρατόπεδο, κι ίσως παρατηρήσει κάποια πράγματα που θα θέλαμε να μάθουμε».

«Αν ο Σκέλιτ κατορθώσει να μας αποκαλύψει σε ποιο στρατόπεδο θα βρίσκονται η Αρυμίλα, η Ελένια κι η Νάεαν, και πότε, θα του δώσω το χρυσάφι του με τα ίδια μου τα χέρια», είπε αποφασιστικά η Ηλαίην. Η Ελένια με τη Νάεαν είχαν από κοντά την Αρυμίλα —ή ίσως εκείνη τις είχε από κοντά— κι η Αρυμίλα ήταν πολύ λιγότερο υπομονετική από τη Νάεαν και πολύ λιγότερο πρόθυμη να πιστέψει πως τα πράγματα θα πήγαιναν καλά δίχως την παρουσία της. Περνούσε τη μισή μέρα της πηγαίνοντας από το ένα στρατόπεδο στο άλλο κι, απ’ όσο είχε γίνει γνωστό, ποτέ της δεν κοιμόταν δύο νύχτες στο ίδιο μέρος. «Είναι το μόνο που θα μπορούσε να μας αναφέρει, και το μόνο που μας ενδιαφέρει, για τα τεκταινόμενα σε αυτά τα στρατόπεδα».